Τρίτη, 23 Ιουλίου 2013

                                             ΑΝΤΙΓΟΝΗ ΤΟΥ ΣΟΦΟΚΛΗ 

 ΕΙΣΑΓΩΓΗ

 Το δράμα

Ο  ποιητικός λόγος

           ↓



Δράμα → σύνθετη ποιητική δημιουργία , συνοδεύεται από μουσική και όρχηση (ενασχόληση με συγκλονιστικά γεγονότα)

Έπος → μεγάλη έκταση, περιγραφή ηρωικών κατορθωμάτων

Λυρική ποίηση → ποίηση με μέτρο και συνοδεία λύρας





Προέλευση: από θρησκευτικά δρώμενα ( γάμοι του Δία και της Ήρας στο Άργος , γέννηση του Δία στην Κρήτη



Διόνυσος: θεός του κρασιού , της βλάστησης και της καλοπέρασης

Συνοδοί του: τραγόποδες ακόλουθοι (Σάτυροι)





Συνθήκες λατρείας: έκσταση → συναισθηματική μέθη και μεταμφίεση


ΔΙΑΙΡΕΣΗ ΔΡΑΜΑΤΟΣ



                  ↓



  Τραγωδία:  συνδέεται με διθύραμβο (χορικό άσμα αφιερωμένο στο Διόνυσο)                       Προήλθε από τους πρωταγωνιστές των διθυραμβικών χορών


                ΣΑΤΥΡΙΚΟ ΔΡΑΜΑ

-          ευχάριστο λαϊκό θέαμα

-          εξωτερικά γνωρίσματα τραγωδίας

-          σκοπός το γέλιο και όχι ο διδακτισμός

-          ονομασία από το χορό του

-          παιζόταν μετά από 3 τραγωδίες για ευχάριστο τέλος

            ΚΩΜΩΔΙΑ 




   -προήλθε από Διονυσιακές γιορτές

   -  στόχος η γελοιοποίηση

   - Βαθύτερος στόχος η άσκηση κριτικής

   - Θέματα: πρόσωπα από την επικαιρότητα και ενασχόληση με    κοινωνικά και πολιτικά ζητήματα που ντύνονται με μύθους ή πλαστές ιστορίες

ΜΕΡΗ ΤΗΣ ΤΡΑΓΩΔΙΑΣ


Τα κατά ποσόν μέρη

Ø      Πρόλογος: διακριτό τμήμα της τραγωδίας, πριν από την πάροδο του χορού, που εισάγει κυρίως τον θεατή στην υπόθεση του δράματος.

Ø      Πάροδος: το πρώτο χορικό που τραγουδά ο χορός.

Ø      Επεισόδιο: διακριτό μέρος της τραγωδίας που εκτυλίσσεται ανάμεσα σε δύο χορικά.

Ø      Στάσιμον: Τραγούδι του χορού, χωρίς όμως ανάπαιστους και τροχαίους.

Ø      Έξοδος:, διακριτό τμήμα της τραγωδίας, μετά το οποίο δεν υπάρχει χορικό.

Ø      Κομμός: θρήνος που εκτελείται από τον χορό και τους υποκριτές μαζί.



Τα κατά ποιόν μέρη της Τραγωδίας

Ø      Μύθος (Η σύνθεση των πραγμάτων)

Ø      Ήθος (Οι χαρακτήρες των προσώπων)

Ø      Λέξις (Η γλώσσα και το μέτρο)

Ø      Διάνοια (Ό,τι μπορεί να ειπωθεί κι ό,τι ταιριάζει στη σχετική περίπτωση)

Ø      Όψις (Τα σκηνογραφικά στοιχεία)

Ø      Μέλος (Μελοποιία) (Τα μουσικά στοιχεία)






Υπόθεση και δομή


Ο πρόλογος της τραγωδίας τοποθετείται χρονικά στο ξημέρωμα της ημέρας που ακολούθησε τη λύση της πολιορκίας. Ο Κρέοντας έχει ήδη δώσει την εντολή να μην ταφεί ο Πολυνείκης, ως προδότης, με την απειλή αυστηρής τιμωρίας σε όποιον παραβεί τη διαταγή. Ο χώρος είναι το εξωτερικό του ανακτόρου και τα πρόσωπα που εμφανίζονται είναι η Αντιγόνη και η αδερφή της, Ισμήνη. Η Αντιγόνη ανακοινώνει την απόφασή της να θάψει τον Πολυνείκη, αφού σύμφωνα με τους θεϊκούς νόμους κανένα πτώμα δεν πρέπει να μένει άταφο, χωρίς νεκρικές τιμές, και ακόμα και για τους προδότες προβλεπόταν ταφή έξω από τα τείχη της πόλης. Η Ισμήνη αρνείται να συνεργαστεί, αφού φοβάται τη δύναμη του Κρέοντα, αλλά δεν καταφέρνει να αλλάξει τη γνώμη της Αντιγόνης.

Μετά τη φορτισμένη συνομιλία τους τελειώνει ο πρόλογος και η ακολουθεί η πάροδος του Χορού, που αποτελείται από γέροντες της Θήβας. Η πάροδος δημιουργεί έντονη αντίθεση, αφού εξυμνεί με θριαμβευτικό τόνο τη νίκη εναντίον των εχθρών. Το κλίμα ευφροσύνης συνεχίζεται και στο πρώτο επεισόδιο, που παρουσιάζει τον Κρέοντα να ανακοινώνει την απόφασή του για τη μεταχείριση του Πολυνείκη και να εκθέτει τις αρχές της διακυβέρνησής του. Στην επόμενη σκηνή μπαίνει ξαφνικά ένας από τους φύλακες του πτώματος για να ανακοινώσει ότι κάποιος έκανε συμβολική ταφή, καλύπτοντας το νεκρό με χώμα. Η εμφάνιση του φύλακα επιβραδύνει την εξέλιξη, αφού αυτός αρχικά φλυαρεί για την απροθυμία του να εκτελέσει το έργο της μεταφοράς μιας δυσάρεστης πληροφορίας, την οποία καθυστερεί να ανακοινώσει. Ο Κρέοντας διατάζει το φύλακα να βρει τον παραβάτη και το επεισόδιο κλείνει με ένα χορικό που εξυμνεί την απεριόριστη δύναμη του ανθρώπου αλλά επισημαίνει την αδυναμία του απέναντι στις θεϊκές δυνάμεις και τους άγραφους νόμους.

Στο δεύτερο επεισόδιο, ο φύλακας επανέρχεται οδηγώντας στη σκηνή και την Αντιγόνη, που συνελήφθη όταν επιχείρησε δεύτερη ταφή. Ακολουθεί έντονη αντιπαράθεση μεταξύ Αντιγόνης και Κρέοντα και στη συνέχεια έρχεται στη σκηνή και η Ισμήνη, που κατηγορείται από το βασιλιά για συνεργασία. Αν και δεν είχε αναμιχθεί στην ταφή, αποδέχεται τις κατηγορίες και ο Κρέοντας αποφασίζει να τιμωρήσει και τις δύο. Στο δεύτερο στάσιμο ο Χορός θρηνεί τη μοίρα της οικογένειας των Λαβδακιδών, που οι κατάρες της πλήττουν τώρα τα νεότερα μέλη της.

Στο τρίτο επεισόδιο εμφανίζεται ο Αίμονας, γιος του Κρέοντα και αρραβωνιαστικός της Αντιγόνης, που συγκρούεται με τον πατέρα του για το θέμα της ταφής και την τιμωρία της Αντιγόνης. Αδυνατώντας να μεταπείσει τον Κρέοντα, φεύγει από τη σκηνή αφήνοντας την απειλή ότι θα αυτοκτονήσει. Η μόνη παραχώρηση που κάνει ο Κρέοντας είναι να αθωώσει την Ισμήνη και να μην θανατώσει την Αντιγόνη, αλλά να την φυλακίσει ώστε να αποφύγει το μίασμα. Στο τρίτο στάσιμο ο χορός εξυμνεί την παντοδυναμία του έρωτα μέσα στη τραγικότητα της σύγκρουσης του εθιμικού δικαίου με τον νόμο, κατά το πνεύμα της τραγωδίας, με τα ακόλουθα λόγια σε μετάφραση Κωνσταντίνου Μάνου:

"Έρωτα ακαταμάχητε εσύ που ξενυχτίζεις

στου κοριτσιού τα μάγουλα, εσύ που αιχμαλωτίζεις

ως και τον πλούσιο άνθρωπο, και στις καλύβες μπαίνεις,

και θάλασσα διαβαίνεις και θάλασσα περνάς!

Κι ούτε κανείς αθάνατος εγλύτωσε από σένα

ούτ΄ άνθρωπον εφήμερο δεν άφησες κανένα.

Εσύ που είσαι το λούλουδο ζωής τυραννισμένης

εσύ που ξετρελένεις εκείνον που κρατάς!

Εσύ και δίκαιον άνθρωπο σπρώχνεις στην αδικία

εσύ και τώρα εσήκωσες τέτοια φιλονικία.

Κι ο πόθος κόρης όμορφης πιά βασιλεύει ακόμη

παρά οι μεγάλοι νόμοι που εδώσαν οι θεοί.

Μα τώρα και ΄γώ σπρώχνομαι τους νόμους να πατήσω

και δεν μπορώ, αυτά βλέποντας, τα δάκρυα να κρατήσω

όταν θωρώ τη δύστυχη εδώ, την Αντιγόνη,

στο στρώμα να σημώνη, που όλους θα μας δεχτεί..."

Το τέταρτο επεισόδιο περιλαμβάνει το θρήνο της Αντιγόνης καθώς οδηγείται στη φυλακή και ένα διάλογό της με τον Κρέοντα, ενώ ο χορός στο στάσιμο αναφέρεται σε άλλα μυθικά ή ιστορικά πρόσωπα που είχαν ανάλογη μοίρα. Στο πέμπτο επεισόδιο ο μάντης Τειρεσίας προειδοποιεί τον Κρέοντα ότι οι θεοί είναι οργισμένοι για την ασέβεια απέναντι στο νεκρό και δεν αποδέχονται τις θυσίες. Ο Κρέων τον κατηγορεί για χρηματισμό και του φέρεται με ασέβεια, αναγκάζοντάς τον να αποχωρήσει, αλλά ταράζεται από τις ειδήσεις και εύκολα πείθεται από το Χορό να αναιρέσει και τις δύο εντολές του. Στο πέμπτο στάσιμο ο χορός ανακουφισμένος από την τροπή των πραγμάτων απευθύνει εορταστικό ύμνο προς τον Βάκχο. Αυτή η εισαγωγή μιας χαρμόσυνης ανάπαυλας πριν από την τελική δυσάρεστη ανατροπή ονομάζεται τραγική παρέκτασις και εμφανίζεται και στον Αίαντα.

Αμέσως μετά, ένας αγγελιοφόρος ανακοινώνει στο χορό και την Ευρυδίκη, σύζυγο του Κρέοντα, ότι ο Αίμονας, χωρίς να γνωρίζει ότι ο Κρέοντας αναίρεσε τις διαταγές του, πήγε στην φυλακή της Αντιγόνης και τη βρήκε απαγχονισμένη. Τότε έφτασε εκεί ο Κρέοντας για να την αποφυλακίσει, ο Αίμονας του επιτέθηκε, αστόχησε και απελπισμένος αυτοκτόνησε. Η Ευρυδίκη φεύγει από τη σκηνή και το επεισόδιο ολοκληρώνεται με ένα θρηνητικό τραγούδι, που διακόπτεται από την είδηση ότι και η Ευρυδίκη αυτοκτόνησε.
     Summary 

Antigone, daughter of Oedipus, the late king of Thebes, in defiance of Creon who rules in his stead, resolves to bury her brother Polyneices, slain in his attack on Thebes. She is caught in the act by Creon’s watchmen and brought before the king. She justifies her action, asserting that she was bound to obey the eternal laws of right and wrong in spite of any human ordinance.
Creon, unrelenting, condemns her to be immured in a rock-hewn chamber. His son Haemon, to whom Antigone is betrothed, pleads in vain for her life and threatens to die with her.
Warned by the seer Teiresias Creon repents him and hurries to release Antigone from her rocky prison. But he is too late: he finds lying side by side Antigone who had hanged herself and Haemon who also has perished by his own hand.
Returning to the palace he sees within the dead body of his queen who on learning of her son’s death has stabbed herself to the heart.






Antigone: Ismene, sister of my blood and heart,
See'st thou how Zeus would in our lives fulfill
The weird of Oedipus, a world of woes!
For what of pain, affliction, outrage, shame,
Is lacking in our fortunes, thine and mine?
And now this proclamation of today
Made by our Captain-General to the State,
What can its purport be? Didst hear and heed,
Or art thou deaf when friends are banned as foes?

Ismene: To me, Antigone, no word of friends
Has come, or glad or grievous, since we twain
Were reft of our two brethren in one day
By double fratricide; and since i' the night
Our Argive leaguers fled, no later news
Has reached me, to inspirit or deject.

Antigone: I know 'twas so, and therefore summoned thee
Beyond the gates to breathe it in thine ear.






. ΑΝ. Ὦ κοινὸν αὐτάδελφον Ἰσμήνης κάρα,
ἆρ’ οἶσθ’ ὅ τι Ζεὺς τῶν ἀπ’ Οἰδίπου κακῶν
ὁποῖον οὐχὶ νῷν ἔτι ζώσαιν τελεῖ;
Οὐδὲν γὰρ οὔτ’ ἀλγεινὸν οὔτ’ ἄτης ἄτερ
(5) οὔτ’ αἰσχρὸν οὔτ’ ἄτιμόν ἐσθ’, ὁποῖον οὐ
τῶν σῶν τε κἀμῶν οὐκ ὄπωπ’ ἐγὼ κακῶν.
Καὶ νῦν τί τοῦτ’ αὖ φασι πανδήμῳ πόλει
κήρυγμα θεῖναι τὸν στρατηγὸν ἀρτίως;
Ἔχεις τι κεἰσήκουσας; ἤ σε λανθάνει
(10) πρὸς τοὺς φίλους στείχοντα τῶν ἐχθρῶν κακά;
ΙΣ. Ἐμοὶ μὲν οὐδεὶς μῦθος, Ἀντιγόνη, φίλων
οὔθ’ ἡδὺς οὔτ’ ἀλγεινὸς ἵκετ’ ἐξ ὅτου
δυοῖν ἀδελφοῖν ἐστερήθημεν δύο,
μιᾷ θανόντων ἡμέρᾳ διπλῇ χερί·
(15) ἐπεὶ δὲ φροῦδός ἐστιν Ἀργείων στρατὸς
ἐν νυκτὶ τῇ νῦν, οὐδὲν οἶδ’ ὑπέρτερον,
οὔτ’ εὐτυχοῦσα μᾶλλον οὔτ’ ἀτωμένη.
ΑΝ. Ἤιδη καλῶς, καί σ’ ἐκτὸς αὐλείων πυλῶν
τοῦδ’ οὕνεκ’ ἐξέπεμπον, ὡς μόνη κλύοις.
(20) ΙΣ. Τί δ’ ἔστι; δηλοῖς γάρ τι καλχαίνουσ’ ἔπος.
ΑΝ. Οὐ γὰρ τάφου νῷν τὼ κασιγνήτω Κρέων
τὸν μὲν προτίσας, τὸν δ’ ἀτιμάσας ἔχει;
Ἐτεοκλέα μέν, ὡς λέγουσι, σὺν δίκῃ
χρησθεὶς δικαίᾳ καὶ νόμῳ, κατὰ χθονὸς
(25) ἔκρυψε τοῖς ἔνερθεν ἔντιμον νεκροῖς,
τὸν δ’ ἀθλίως θανόντα Πολυνείκους νέκυν
ἀστοῖσί φασιν ἐκκεκηρῦχθαι τὸ μὴ
τάφῳ καλύψαι μηδὲ κωκῦσαί τινα,
ἐᾶν δ’ ἄκλαυτον, ἄταφον, οἰωνοῖς γλυκὺν
(30) θησαυρὸν εἰσορῶσι πρὸς χάριν βορᾶς.
Τοιαῦτά φασι τὸν ἀγαθὸν Κρέοντα σοὶ
κἀμοί, λέγω γὰρ κἀμέ, κηρύξαντ’ ἔχειν,
καὶ δεῦρο νεῖσθαι ταῦτα τοῖσι μὴ εἰδόσιν
σαφῆ προκηρύξοντα, καὶ τὸ πρᾶγμ’ ἄγειν
(35) οὐχ ὡς παρ’ οὐδέν, ἀλλ’ ὃς ἂν τούτων τι δρᾷ,
φόνον προκεῖσθαι δημόλευστον ἐν πόλει.
Οὕτως ἔχει σοι ταῦτα, καὶ δείξεις τάχα
εἴτ’ εὐγενὴς πέφυκας, εἴτ’ ἐσθλῶν κακή.
ΙΣ. Τί δ’, ὦ ταλαῖφρον, εἰ τάδ’ ἐν τούτοις, ἐγὼ
(40) λύουσ’ ἂν εἴθ’ ἅπτουσα προσθείμην πλέον;
ΑΝ. Εἰ ξυμπονήσεις καὶ ξυνεργάσῃ σκόπει.
ΙΣ. Ποῖόν τι κινδύνευμα; ποῖ γνώμης ποτ’ εἶ;
ΑΝ. Εἰ τὸν νεκρὸν ξὺν τῇδε κουφιεῖς χερί.
ΙΣ. Ἦ γὰρ νοεῖς θάπτειν σφ’, ἀπόρρητον πόλει;
(45) ΑΝ. Τὸν γοῦν ἐμὸν καὶ τὸν σόν, ἢν σὺ μὴ θέλῃς,
ἀδελφόν· οὐ γὰρ δὴ προδοῦσ’ ἁλώσομαι.
ΙΣ. Ὦ σχετλία, Κρέοντος ἀντειρηκότος;
ΑΝ. Ἀλλ’ οὐδὲν αὐτῷ τῶν ἐμῶν μ’ εἴργειν μέτα.
ΙΣ. Οἴμοι· φρόνησον, ὦ κασιγνήτη, πατὴρ
(50) ὡς νῷν ἀπεχθὴς δυσκλεής τ’ ἀπώλετο,
πρὸς αὐτοφώρων ἀμπλακημάτων διπλᾶς
ὄψεις ἀράξας αὐτὸς αὐτουργῷ χερί·
ἔπειτα μήτηρ καὶ γυνή, διπλοῦν ἔπος,
πλεκταῖσιν ἀρτάναισι λωβᾶται βίον·
(55) τρίτον δ’ ἀδελφὼ δύο μίαν καθ’ ἡμέραν
αὐτοκτονοῦντε τὼ ταλαιπώρω μόρον
κοινὸν κατειργάσαντ’ ἐπαλλήλοιν χεροῖν.
Νῦν δ’ αὖ μόνα δὴ νὼ λελειμμένα σκόπει
ὅσῳ κάκιστ’ ὀλούμεθ’, εἰ νόμου βίᾳ
(60) ψῆφον τυράννων ἢ κράτη παρέξιμεν.
Ἀλλ’ ἐννοεῖν χρὴ τοῦτο μὲν γυναῖχ’ ὅτι
ἔφυμεν, ὡς πρὸς ἄνδρας οὐ μαχουμένα·
ἔπειτα δ’ οὕνεκ’ ἀρχόμεσθ’ ἐκ κρεισσόνων
καὶ ταῦτ’ ἀκούειν κἄτι τῶνδ’ ἀλγίονα.
(65) Ἐγὼ μὲν οὖν αἰτοῦσα τοὺς ὑπὸ χθονὸς
ξύγγνοιαν ἴσχειν, ὡς βιάζομαι τάδε,
τοῖς ἐν τέλει βεβῶσι πείσομαι· τὸ γὰρ
περισσὰ πράσσειν οὐκ ἔχει νοῦν οὐδένα.
ΑΝ. Οὔτ’ ἂν κελεύσαιμ’ οὔτ’ ἄν, εἰ θέλοις ἔτι
(70) πράσσειν, ἐμοῦ γ’ ἂν ἡδέως δρῴης μέτα.
Ἀλλ’ ἴσθ’ ὁποῖά σοι δοκεῖ, κεῖνον δ’ ἐγὼ
θάψω· καλόν μοι τοῦτο ποιούσῃ θανεῖν.
Φίλη μετ’ αὐτοῦ κείσομαι, φίλου μέτα,
ὅσια πανουργήσασ’· ἐπεὶ πλείων χρόνος
(75) ὃν δεῖ μ’ ἀρέσκειν τοῖς κάτω τῶν ἐνθάδε.
Ἐκεῖ γὰρ αἰεὶ κείσομαι· σοὶ δ’ εἰ δοκεῖ,
τὰ τῶν θεῶν ἔντιμ’ ἀτιμάσασ’ ἔχε.
ΙΣ. Ἐγὼ μὲν οὐκ ἄτιμα ποιοῦμαι, τὸ δὲ
βίᾳ πολιτῶν δρᾶν ἔφυν ἀμήχανος.
(80) ΑΝ. Σὺ μὲν τάδ’ ἂν προὔχοι·, ἐγὼ δὲ δὴ τάφον
χώσουσ’ ἀδελφῷ φιλτάτῳ πορεύσομαι.
ΙΣ. Οἴμοι ταλαίνης ὡς ὑπερδέδοικά σου.
ΑΝ. Μὴ ’μοῦ προτάρβει· τὸν σὸν ἐξόρθου πότμον.
ΙΣ. Ἀλλ’ οὖν προμηνύσῃς γε τοῦτο μηδενὶ
(85) τοὔργον, κρυφῇ δὲ κεῦθε, σὺν δ’ αὔτως ἐγώ.
ΑΝ. Οἴμοι, καταύδα· πολλὸν ἐχθίων ἔσῃ
σιγῶσ’, ἐὰν μὴ πᾶσι κηρύξῃς τάδε.
ΙΣ. Θερμὴν ἐπὶ ψυχροῖσι καρδίαν ἔχεις.
ΑΝ. Ἀλλ’ οἶδ’ ἀρέσκουσ’ οἷς μάλισθ’ ἁδεῖν με χρή.
(90) ΙΣ. Εἰ καὶ δυνήσῃ γ’· ἀλλ’ ἀμηχάνων ἐρᾷς.
ΑΝ. Οὐκοῦν, ὅταν δὴ μὴ σθένω, πεπαύσομαι.
ΙΣ. Ἀρχὴν δὲ θηρᾶν οὐ πρέπει τἀμήχανα.
ΑΝ. Εἰ ταῦτα λέξεις, ἐχθαρῇ μὲν ἐξ ἐμοῦ,
ἐχθρὰ δὲ τῷ θανόντι προσκείσῃ δίκῃ.
(95) Ἀλλ’ ἔα με καὶ τὴν ἐξ ἐμοῦ δυσβουλίαν
παθεῖν τὸ δεινὸν τοῦτο· πείσομαι γὰρ οὐ
τοσοῦτον οὐδὲν ὥστε μὴ οὐ καλῶς θανεῖν.
ΙΣ. Ἀλλ’ εἰ δοκεῖ σοι, στεῖχε· τοῦτο δ’ ἴσθ’, ὅτι
ἄνους μὲν ἔρχῃ, τοῖς φίλοις δ’ ὀρθῶς φίλη.




ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ


ΠΡΟΛΟΓΟΣ
ΑΝΤΙΓΟΝΗ
Ω αγαπημένη αυταδερφή μου Ισμήνη,
ξέρεις ποιο τάχ' απ' τα κακά, που ο Οιδίπους
μας άφησε κληρονομιά, να μένη
που ο Δίας να μην το 'στειλε στις δυο μας
που είμαστε ακόμα στη ζωή; Γιατί
κανένα πόνο και καμιά κατάρα,
καμιά ντροπή κι ούτε καμιά ατιμία
δεν είδα εγώ να λείψη απ' τις δικές σου
κι απ' τις δικές μου συφορές. Και τώρα
τί 'ναι αυτή πάλι η προσταγή, που λένε
πως ότι και διαλάλησε στη χώρα
και σ' όλους τους πολίτες ο άρχοντάς μας;
Ξέρεις κι άκουσες τίποτα; ή δεν έχεις
είδηση πάρη πως κακό ετοιμάζουν
για τους αγαπημένους μας οι εχθροί μας;
ΙΣΜΗΝΗ
Για μένα κανείς λόγος, Αντιγόνη,
μήτε καλός μήτε κακός δεν ήρθε
για φίλους μας, απ' όταν σε μια μέρα
χάσαμε οι δυο τούς δυο τούς αδερφούς μας,
που πέσανε απ' το χέρι ο ένας του άλλου·
κι αφού του Άργους σκορπίστηκε και πάει
τη νύχτ' αυτή ο στρατός, εγώ, δεν ξέρω
τίποτα παραπάνω, είτε αν πως είμαι
πιο ευτυχισμένη, ή πιο συφοριασμένη.
ΑΝΤΙΓΟΝΗ
Ήμουνα βέβαιη και γι' αυτό ίσα ίσα
σ' έφερα εδώ έξω απ' της αυλής τις πύλες
για να τ' ακούσης μόνη.
ΙΣΜΗΝΗ
Μα τι τρέχει;
Δείχνεις πως κάτι βράζει μες στο νου σου.
ΑΝΤΙΓΟΝΗ
Και μη δεν έχει ο Κρέοντας τον ένα
τον αδερφό μας με ταφή τιμήση,
ενώ άταφο καταφρονά τον άλλο;
Τον Έτεοκλή, όπως λεν, και με το δίκιο,
πρόσταξε να τον θάψουν, για να πάη
με τιμή στους νεκρούς του Κάτω κόσμου·
μα το άθλιο το κορμί του Πολυνείκη
στους πολίτες διαλάλησε, κανένας
στη γης να μη το κρύψη ούτε το κλάψη,
μα αθρήνητο και άταφο να τ' αφήσουν,
γλυκό για τα όρνια θησαυρό, που γύρω
καρτερούν λιμασμένα για θροφή τους.
Τέτοια ο καλός μας Κρέοντας για σένα
και για μένα ―ναι, λέω και για μένα―
διαλάλησε· και θά 'ρθη, λέγουν, τώρα
ξάστερα εδώ στη μέση να κηρύξη
για όσους δεν το 'χουν μάθη· και το πράμα
το παίρνει όχι έτσι αψήφιστα, μα αν κάποιος
τολμήση κάτι τέτοιο, θάνατος
απ' του λάου τις πέτρες μες στην πόλη
τον περιμένει. Έτσι λοιπόν αυτά ειναι.
Μα τώρα εσύ θα δείξης, αν εισ' άξιο
της γενιάς σου βλαστάρι, ή αν ενώ εισαι
από τέτοιους προγόνους, τους ντροπιάζεις.
ΙΣΜΗΝΗ
Μ' αν έτσι είναι, ώ ταλαίπωρη, το πράμα,
τί παραπάνω εγώ θενά προστέσω
αν βάλω ή αν δε βάλω χέρι;
ΑΝΤΙΓΟΝΗ
Σκέψου
μαζί μου αν θα ενεργήσης και συμπράξης.
ΙΣΜΗΝΗ
Σε ποιο κίνδυνο λες; που πάει ο νους σου;
ΑΝΤΙΓΟΝΗ
Αν το χέρι αυτό μου εδώ βοηθήσης
το νεκρό να σηκώσωμε.
ΙΣΜΗΝΗ
Μα αλήθεια
να θάψης σκέφθηκες αυτόν, που η πόλη
απαγορεύει;
ΑΝΤΙΓΟΝΗ
Ναι, τον αδερφό μου
και τον δικό σου, αν εσύ δε θέλης·
γιατί κανένας δε θα πή για μένα
πως τον πρόδωσα εγώ.
ΙΣΜΗΝΗ
Δυστυχισμένη,
μ' όλο που το' χει ο Κρέοντας εμποδίση;
ΑΝΤΙΓΟΝΗ
Κανέν' αυτός δικαίωμα δεν έχει
να με χωρίση απ' τους δικούς μου.
ΙΣΜΗΝΗ
Ωιμένα,
σκέψου, αδερφή μου, πόσο μισημένος
και γιομάτος ντροπές μάς χάθηκε ο
πατέρας μας, αφού απ' τις ανομίες του
που ήρθαν στο φως, ξερίζωσε μονάχος
με το ίδιο του το χέρι τις δυο του όψες.
Έπειτα εκείνη, που 'χε το διπλό
τ' όνομα μάννας και γυναίκας του,
με θηλειά στο λαιμό πήε ντροπιασμένη·
τέλος οι δυο αδερφοί μας σε μια μέρα
σκοτώθηκαν οι δόλιοι μεταξύ τους
δίνοντας θάνατο κοινό με χέρια
επάνω επανωτά ο ένας στον άλλο.
Και τώρα οι δυο μας πόχουμε απομείνη
σκέψου τι τέλος πιο κακό θα βρούμε,
αν το νόμο αψηφώντας πάμε ενάντια
σ' ό,τι έχει αποφασίση η εξουσία.
Κι απ' τ' άλλο, να ξεχνάς αυτό δεν πρέπει,
πρώτα, πως γεννηθήκαμε γυναίκες
να μην μπορή να τα βάζουμε με άντρες·
έπειτα, πως αυτοί που εξουσιάζουν
πιο δύναμη έχουν από μας, κι ανάγκη
να τους ακούμε και σ' αυτά και σ' άλλα
πιο σκληρότερ' ακόμα και από τούτα.
Εγώ λοιπόν αφού παρακαλέσω
τους κάτω απ' τη γη να συχωρήσουν,
αν υποτάσσωμαι έτσι στην ανάγκη,
θα υπακούσω σ' αυτούς που εξουσιάζουν,
γιατί να θέλης ό,τι ξεπερνά
τη δύναμη σου, καθαρή 'ναι τρέλλα.
ΑΝΤΙΓΟΝΗ
Ούτε θα σε παρακαλούσα, μα ούτε
κι αν το' θελες ακόμα θα δεχόμουν
μ' ευχαρίστηση εγώ τη σύμπραξή σου·
μείνε με τις ιδέες σου εσύ, μα εκείνον
θα θάψω εγώ· γλυκός για μένα θα 'ναι,
σαν θα το κάμω, ο θάνατος· μαζί του,
σ' αγαπημένον πλάι αγαπημένη
θα κοίτωμαι, για τ' άγιο αυτό μου κρίμα·
γιατ' ειν' ο χρόνος πιο πολύς που πρέπει
στους κάτω πάρα στους εδώ ν' αρέσω,
αφού με κείνους θα 'μαι αιώνια· εσύ
μπορείς, αν θέλης, να περιφρονής
τα τίμια των θεών.
ΙΣΜΗΝΗ
Εγώ καθόλου
δεν τα περιφρονώ, μα και δε βλέπω,
πώς ενάντια μπορώ να πάω στην πόλη.
ΑΝΤΙΓΟΝΗ
Φέρν' εσύ αυτές τις πρόφασες, μα εγώ
να σκάψω τάφο του ακριβού αδερφού μου
πηγαίνω.
ΙΣΜΗΝΗ
Ω δυστυχία, τι φόβο πόχω
για σένα.
ΑΝΤΙΓΟΝΗ
Ησύχασε και μη φοβάσαι
για μένα, τη δικιά σου να φροντίσης
ζωή να εξασφαλίσης.
ΙΣΜΗΝΗ
Κοίτα καν
μην πας κι αλλού το πής, μα κράτα
κρυφό το σχέδιό σου, και 'γώ το ίδιο.
ΑΝΤΙΓΟΝΗ
Σκοτιά μου! πρόδωσέ το· πιο θα μού εισαι
εχθρή αν σωπάσης, παρ' αν το κηρύξης
σ' όλον τον κόσμο.
ΙΣΜΗΝΗ
Έχεις καρδιά θερμή
για πράματα ψυχρά.
ΑΝΤΙΓΟΝΗ
Φτάνει που ξέρω
πώς σε κείνους που πρέπει θε ν' αρέσω.
ΙΣΜΗΝΗ
Ανίσως και πετύχης· μα ζητάς
τ' αδύνατα.
ΑΝΤΙΓΟΝΗ
Λοιπόν μόνο αν δε θα' χω
δύναμη πια, τότε κι εγώ θα πάψω.
ΙΣΜΗΝΗ
Μα κι απαρχής να κυνηγά δεν πρέπει
τ' αδύνατα κανείς.
ΑΝΤΙΓΟΝΗ
Αν μιλάς έτσι,
και το μίσος θε να' χης το δικό μου
και μισημένη απ' τον νεκρό θενά εισαι
πλάι του, σαν πεθάνης, με το δίκιο.
Μ' άφις κι εμέ και την ανεμυαλιά μου
το κακό αυτό να πάθωμε· γιατί, όχι,
δεν έχω τέτοιο τίποτα να πάθω
που εγώ να μην πεθάνω τιμημένα.
ΙΣΜΗΝΗ
Αφού έτσι κρίνεις, πήγαινε· μα ξέρε
πως δίχως νου πηγαίνεις, όμως βέβαια
μ' αγάπη αληθινή στους φίλους φίλη.


Ι

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου