Τετάρτη, 24 Ιουλίου 2013

  ΤΥΠΟΙ ΚΑΙ ΕΙΔΗ ΑΣΚΗΣΕΩΝ









1. Να βρεθούν οι τρόποι και τα μέσα πειθούς στην παράγραφο / στο κείμενο

2. Να βρεθεί η συλλογιστική πορεία / το είδος του συλλογισμού μέσα στην παράγραφο

3. Να ελεγχθεί η ορθότητα ενός επιχειρήματος ή ενός συλλογισμού

4. Με ποια αποδεικτικά μέσα προσπαθεί να πείσει ο συγγραφέας για την αλήθεια των απόψεων του;

5. Ποια είναι η διαφορά της πειθούς από την προπαγάνδα; Ποια στοιχεία πειθούς βλέπετε μέσα στο κείμενο;


7. Να βρεθεί το είδος του δοκιμίου, να αναφερθούν τα χαρακτηριστικά του και να αναγνωριστούν μέσα στο κείμενο.  

8. Να γραφούν οι διαφορές δοκιμίου και άρθρου και να αναγνωριστούν κάποια από τα χαρακτηριστικά του άρθρου μέσα στο κείμενο που δίνεται.

9. Να γραφούν οι διαφορές του άρθρου από την επιφυλλίδα.


11. Σε τι αποβλέπει ο συγγραφέας με τη χρήση παραδειγμάτων;

12. Σε τι αποβλέπει ο συγγραφέας με τη χρήση στατιστικών στοιχείων;


ΕΠΙΚΛΗΣΗ ΛΟΓΙΚΗΣ
ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΑ

ΤΕΚΜΗΡΙΑ


επεξεργασμένα στοιχεία
(στατιστικά, παραδείγματα κλπ)





ΟΡΓΑΝΩΣΗ


ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ






συλλογισμός


κριτήρια






παραγωγικός
επαγωγικός
αναλογικός
εγκυρότητα
αλήθεια





γενική θέση
ειδικά δεδομένα
αναφορικός
μορφή συλλογισμού
αντιστοιχία προτάσεων - πραγματικότητας


δεικτικός
ειδικότερο συμπέρασμα
γενικότερο συμπέρασμα
παρομοίωση




 =ορθότητα, δηλαδή είναι απόδειξη 










ΕΠΙΚΛΗΣΗ ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΟΣ





περιγραφή
αφήγηση
χιούμορ
ειρωνεία










ΕΠΙΚΛΗΣΗ ΗΘΟΥΣ




ήθος πομπού


επίθεση στον αντίπαλο





αρετές λόγου

αυθεντία







δομή, περιεχόμενο, έκφραση.








  
ΜΟΡΦΕΣ ΠΕΙΘΟΥΣ



διαφήμιση
πολιτικός λόγος
επιστημονικός λόγος



και γλώσσα
δημοκρατία
περιγραφικός
και πειθώ
αυταρχισμός
ερμηνευτικός
και προπαγάνδα
προπαγάνδα
αποδεικτικός
και καταναλωτής
πειθώ

και πολιτεία
γλώσσα
απρόσωπος
και οικονομία

αντικειμενικός





ορθολογικός




ΚΕΙΜΕΝΑ








ΕΠΙΣΤΗΜΗ 
αντικειμενικότητα

ΔΟΚΙΜΙΟ

 υποκειμενισμός
ΠΟΙΗΣΗ
ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ

ΕΙΔΗ ΚΕΙΜΕΝΩΝ




ΔΟΚΙΜΙΟ
ΑΡΘΡΟ
ΕΠΙΦΥΛΛΙΔΑ
Είδος πεζού λόγου με περιορισμένη έκταση, που πραγματεύεται ένα συγκεκριμένο θέμα (εκφράζει παρατηρήσεις, σκέψεις, συναισθήματα, άλλοτε προσπαθεί να αναλύσει, ερμηνεύσει) χωρίς όμως να το εξαντλεί σε πλάτος και σε βάθος. Σκοπός του είναι να πληροφορήσει, να διδάξει, να τέρψει και ενδεχομένως να πείσει.
κείμενο που αναφέρεται σε κάποιο θέμα γενικού ενδιαφέροντος και που είναι δημοσιευμένο στον τύπο
κείμενο δοκιμιακού χαρακτήρα που δημοσιεύεται σε ορισμένη θέση μιας εφημερίδας






σχέση με την
επικαιρότητα
εξειδικευμένο
θέμα
αποδεικτικό
στοχασμού




  1. απόδειξη θέσης.
σκοπός
  1. ελεύθερος στοχασμός.


  1. λογική.
δομή

  1. συνειρμική.


  1. αντικειμενική.
σκοπιά

  1. υποκειμενική.


  1. κυριολεκτική.
γλώσσα

  1. συνυποδηλωτική.


  1. επίκληση λογικής.
πειθώ
  1. επίκληση συναισθήματος.












Τα σημεία στίξης 

 
1. Τελεία (.)
Στο τέλος της πρότασης.
Σε συντομογραφίες.
Σε μεγάλους αριθμούς, στη δήλωση της ώρας.
Αποφεύγεται σε τίτλους, επικεφαλίδες, επιγραφές.
2. Άνω τελεία (·)
Χωρίζει ομάδες προτάσεων.
Πριν από πρόταση που επεξηγεί ή έρχεται σε αντίθεση με την προηγούμενή της.
Μετά την άνω τελεία αρχίζουμε με μικρό γράμμα.
3. Κόμμα (,)
το πιο συχνό και το πιο δύσκολο σημείο στίξης
Το κόμμα χρησιμεύει για να χωρίζονται:
Ι. Μέσα στην πρόταση:
α) Όμοιοι όροι, δηλαδή υποκείμενα, αντικείμενα, κατηγορούμενα, προσδιορισμοί κλπ.:
β) Οι μετοχικές προτάσεις, όταν είναι επεξηγήσεις ή όταν είναι πολύ μεγάλες.
γ) Τα ρήματα που έχουν το ίδιο υποκείμενο, όταν είναι ασύνδετα, χωρίζονται με κόμμα.
δ) Επίθετα που αναφέρονται στο ίδιο ουσιαστικό. Χωρίζεται με κόμματα η παράθεση και η επεξήγηση.
ε) Η κλητική προσφώνηση.
στ) Τα αρνητικά ή βεβαιωτικά μόρια και επιρρήματα στην αρχή της πρότασης.
ΙΙ. Μέσα στην περίοδο:
α) Χωρίζονται με κόμμα οι δευτερεύουσες  από τις κύριες προτάσεις, εκτός εάν αποτελούν αντικείμενο ή υποκείμενο ρήματος.
Συγκεκριμένα χωρίζονται:
οι αιτιολογικές
οι αποτελεσματικές, συμπερασματικές
οι υποθετικές
οι εναντιωματικές
οι χρονικές
οι τελικές (εκτός όταν εισάγονται με το να)
οι αναφορικές που δεν είναι απαραίτητο συμπλήρωμα της κύριας
Δε χωρίζονται
οι ειδικές (εκτός αν είναι επεξήγηση ή βρίσκεται πριν από την κύρια).
οι πλάγιες ερωτήσεις (εκτός αν βρίσκεται πριν από την κύρια).
οι διστακτικές/ ενδοιαστικές
οι αναφορικές που είναι απαραίτητο συμπλήρωμα της κύριας
β) Χωρίζονται με κόμμα οι κύριες αντιθετικές προτάσεις, όταν συνδέονται με αντιθετικούς συνδέσμους.
γ) Πριν από το και.
Όταν μεσολαβεί δευτερεύουσα πρόταση.
Όταν το και ενώνει όλα τα προηγούμενα με το παρακάτω ή ενώνει με διαφορετικό τρόπο.
Όταν ευκολύνεται το σωστό διάβασμα.
Οι κανόνες για το κόμμα, όπως και οι κανόνες για τη στίξη γενικά, δεν είναι απόλυτοι. Κάποτε παραλείπουμε ένα κόμμα που κανονικά θα έπρεπε να μπει, ή θέτομε ένα κόμμα εκεί που κανονικά θα παραλειπόταν, για να αποφύγουμε παρεξηγήσεις.
4. Ερωτηματικό (;)
Στο τέλος ερωτηματικής φράσης.
Δε σημειώνεται στην πλάγια ερώτηση.
Σε χωριστές ερωτήσεις, σημειώνεται ερωτηματικό στην καθεμιά.
Μέσα σε παρένθεση (;) δείχνει ειρωνία, αμφιβολία.
5. Θαυμαστικό (!)
Στο τέλος της πρότασης που εκφράζει θαυμασμό.
Μέσα στην πρόταση μετά από επιφωνηματική φράση.
Μέσα σε παρένθεση για να δείξει απορία.
Μέσα στα εισαγωγικά όταν ανήκει στα λόγια που περικλείονται.
Το ερωτηματικό και το θαυμαστικό έχουν λογική και συναισθηματική αξία. Μετά το ερωτηματικό ή το θαυμαστικό αρχίζουμε με κεφαλαίο, εκτός αν η συνέχεια συνδέεται άμεσα με τα προηγούμενα («Πού είσαι;» ρώτησε ξαφνικά).
6. Άνω και κάτω τελεία (:)
Χρησιμοποιείται για να εισάγει ευθύ λόγο ή κατάλογο πραγμάτων.
Έπειτα από πρόταση που αναφέρει γνωμικό ή παροιμία.
Η λέξη που ακολουθεί τη διπλή τελεία γράφεται με κεφαλαίο, όταν η διπλή τελεία έχει θέση τελείας, (με μικρό, όταν η φράση που περιέχεται σε εισαγωγικά αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της πρότασης).
7. Παρένθεση (())
Απομονώνει λέξη ή φράση που συμπληρώνει το νόημα, αλλά μπορεί και να παραληφθεί.
Αναφέρονται οι παραπομπές.
Αν το κείμενο μέσα στην παρένθεση αρχίζει με κεφαλαίο, η τελεία μπαίνει πριν κλείσει η παρένθεση.
8. Αγκύλες ([])
Χρησιμοποιούνται όταν θέλουμε να βάλουμε νέα παρένθεση μέσα σε παρένθεση.
9. Αποσιωπητικά (...)
Είναι πάντοτε τρεις (και όχι περισσότερες) τελείες.
Δηλώνουν ατελή πρόταση.
Χρησιμοποιούνται όταν αναμένεται να ξαφνιαστεί ο αναγνώστης.
10. Παύλα (―) μεγαλύτερη από το ενωτικό (-)
Εισάγει αλλαγή προσώπου σε διάλογο.
Δείχνει μεγαλύτερη αντίθεση προηγούμενων και επόμενων.
Δείχνει απότομη αλλαγή, ανακολουθία στη φράση.
Ύστερα από τελεία για μεγαλύτερο σταμάτημα.
Για να υποδηλωθεί ότι η φράση έμεινα ατέλειωτη, όπως με τα αποσιωπητικά.
11. Διπλή παύλα
Εξηγεί ή συμπληρώνει τα λεγόμενα, όταν θεωρείται τόσο σημαντική, ώστε να μην μπορεί να χρησιμοποιηθεί παρένθεση, ενώ το κλείσιμό της σε κόμματα θα δημιουργούσε ασάφεια.
Πρέπει να γίνεται διάκριση μεταξύ παύλας και ενωτικού.
12. Εισαγωγικά («»)
Λόγοι τρίτων που αναφέρονται όπως ειπώθηκαν.
Ρητά, φράσεις, κ.λ.π. που δεν ανήκουν στη συνηθισμένη γλώσσα.
Τίτλοι βιβλίων, εφημερίδων, πλοίων, κ.λ.π.
Στην περίπτωση που χρειάζονται εισαγωγικά μέσα σε κείμενο που είναι σε εισαγωγικά, τότε χρησιμοποιούνται τα ‘‘διπλά κόμματα’’.
Τα εισαγωγικά δε χρειάζονται σε λέξεις που τυπώνονται με διαφορετικούς χαρακτήρες.
Η τελεία, η άνω τελεία αλλά και το κόμμα σημειώνονται έξω από τα εισαγωγικά, ενώ το ερωτηματικό και το θαυμαστικό μέσα σε αυτά, εκτός αν τα συγκεκριμένα σημεία στίξης δεν ανήκουν στο κείμενο που βρίσκεται μέσα στα εισαγωγικά, οπότε σημειώνονται έξω από αυτά.








1. Εντοπισμός των βασικών μερών (πρόλογος, κύριο μέρος, επίλογος) και των νοηματικών ενοτήτων ενός κειμένου

2. Να βρεθούν τα δομικά στοιχεία της παραγράφου.

3. Να βρεθεί ο τρόπος /η μέθοδος ανάπτυξης της παραγράφου

4. Να βρεθούν οι τρόποι με τους οποίους επιτυγχάνεται η συνοχή ανάμεσα στις παραγράφους του κειμένου


6. Να βρεθούν οι διαρθρωτικές λέξεις και οι νοηματικές σχέσεις που αυτές εκφράζουν

7. Να γραφούν οι πλαγιότιτλοι παραγράφων ή νοηματικών ενοτήτων

8. Να γίνει το σχεδιάγραμμα του κειμένου



1. Εντοπισμός και αιτιολόγηση της χρήσης ενεργητικής ή παθητικής σύνταξης

2. Να βρεθούν στο κείμενο παραδείγματα αναφορικής ή ποιητικής λειτουργίας της γλώσσας.

3. Να δοθεί η ερμηνεία, ο ορισμός, το περιεχόμενο συγκεκριμένων εννοιών του κειμένου

4. Να γραφούν συνώνυμα ή αντώνυμα για συγκεκριμένες λέξεις του κειμένου.

5. Να αντικατασταθούν συγκεκριμένες λέξεις του κειμένου με άλλες ισοδύναμες

6. Να σχηματιστούν φράσεις με συγκεκριμένες λέξεις του κειμένου

7. Να χαρακτηριστεί το ύφος του κειμένου


9. Σε τι αποβλέπει ο συγγραφέας με τη χρήση ερωτημάτων

10. Σε τι αποβλέπει ο συγγραφέας με τη χρήση του α’ πληθυντικού προσώπου;


ΛΑΘΗ ΣΤΗ ΧΡΗΣΗ ΤΗΣ ΑΥΞΗΣΗΣ

Η συλλαβική αύξηση όταν είναι άτονη παραλείπεται:

π.χ. έπαιζα αλλά παίζαμε, έτρεχαν ή τρέχανε.
λάθος
σωστό
παρεσκεύασα
εδικαιώθηκα
παρασκεύασα
δικαιώθηκα

Πολλά λάθη γίνονται από το μπέρδεμα δημοτικής και καθαρεύουσας.
1.         στο νόημα, π.χ. «Οι Άραβες κατάλαβαν μεγάλο μέρος του εδάφους» (δηλαδή κυρίευσαν)
Ενεστ. καταλαβαίνω
Ενεστ. καταλαμβάνω
Αορ. κατάλαβα
Αορ. κατέλαβον
(= κατανοώ, δημοτική)
(= κυριεύω, καθαρεύουσα)
2.         στους μορφολογικούς τύπους
ενδιάμεσος τύπος
δημοτική
καθαρεύουσα
συνεζητήθηκε
συνεπληρώθηκε
ακυρώθησαν   
επεβλήθηκε
επροτάθηκε
επεκτάθη
συζητήθηκε
συμπληρώθηκε
ακυρώθηκαν
επιβλήθηκε
προτάθηκε
επεκτάθηκε
συνεζητήθη
συνεπληρώθη
ηκυρώθησαν
επεβλήθη
επροτάθη
επεξετάθη

Είναι λάθος η χρήση της αύξησης στην προστακτική.
Η αύξηση μπαίνει και στην αρχαία και στη νέα ελληνική μόνο στην οριστική και μόνο στους παρελθοντικούς  χρόνους.
ΛΑΝΘΑΣΜΕΝΕΣ ΠΡΟΣΤΑΚΤΙΚΕΣ
ΣΩΣΤΕΣ ΠΡΟΣΤΑΚΤΙΚΕΣ
παρήγγειλέ μου
παράγγειλέ μου
επανέλαβέ το
επανάλαβέ το
ανέβαλέ το
ανάβαλέ το
ήλεγξέ το
έλεγξέ το
υπέγραψέ το
υπόγραψέ το
μετέφρασέ το
μετάφρασέ το
ΕΞΑΙΡΕΣΕΙΣ
(που δείχνουν ότι οι γλωσσολόγοι έχουν δίκιο όταν απορρίπτουν τις ρυθμιστικές αντιλήψεις για το σωστό και το λάθος)
Η γλώσσα δεν κατασκευάζεται ούτε καθορίζεται πάντα από γραμματικούς κανόνες αλλά από το λαό που τη χρησιμοποιεί.
έτσι: ανεβαίνω, ανέβα, κατεβαίνω, κατέβα
σύμφωνα με τον κανόνα θά ‘πρεπε να λέμε: αναβαίνω, ανάβα, καταβαίνω, κατάβα, κάτι που ούτε ανεκτό γίνεται ούτε υπάρχει στη γλώσσα μας.
Πολλά  γλωσσικά  λάθη  έχουν  επικρατήσει  και  είναι  αποδεκτά. 

σχηματική παρουσίαση των σελίδων 171- 175 από το βιβλίο του Α.Β. Μουμτζάκη, Η γλώσσα μας και τα προβλήματά της, Δράμα, Ηχώ της Δράμ

 
  






ΤΥΠΟΙ ΚΑΙ ΕΙΔΗ ΑΣΚΗΣΕΩΝ
(ΑΝΑΠΤΥΞΗ)




1. Να βρεθούν οι τρόποι και τα μέσα πειθούς στην παράγραφο / στο κείμενο
1. Επίκληση στη λογική
Μέσα πειθούς:
α. Επιχειρήματα (λογικές κατασκευές)
β. Τεκμήρια (αποδεικτικά στοιχεία)
i. παραδείγματα ii. ιστορικά γεγονότα iii. στατιστικά στοιχεία – αριθμητικά δεδομένα iv. επιστημονικά πορίσματα v. ντοκουμέντα, μαρτυρίες κ.λπ.
2. Επίκληση στο συναίσθημα
Μέσα πειθούς:
α. Χρήση συναισθηματικά φορτισμένων λέξεων
β. Αφήγηση γεγονότων - Περιγραφή καταστάσεων
γ. Χιούμορ - ειρωνεία
δ. Κινδυνολογία & καταστροφολογία
3. Επίκληση στην αυθεντία
Μέσα πειθούς:
α. παροιμίες, γνωμικά, ρητά (λαϊκή σοφία)
β. αποφθέγματα, λόγια μεγάλων διανοητών
4. Επίκληση στο ήθος του ομιλητή:
Μέσα πειθούς:
α. προβολή των ηθικοπνευματικών αρετών του ομιλητή, των θετικών στοιχείων της προσωπικότητάς του
β. παρουσίαση της επιτυχίας, της υπεροχής, των επιτευγμάτων του
5. Επίθεση στο ήθος του αντιπάλου:
Μέσα πειθούς:
α. προβολή των ελαττωμάτων, των αδυναμιών, των αρνητικών της προσωπικότητας του αντιπάλου,
β. των προκλητικών ή προσβλητικών για τα «χρηστά ήθη» στοιχείων της ιδιωτικής του ζωής.


2. Να βρεθεί η συλλογιστική πορεία / το είδος του συλλογισμού μέσα στην παράγραφο
Για να βρούμε το είδος του συλλογισμού σε μία παράγραφο, διατυπώνουμε τις περιόδους λόγου με τον πιο απλό τρόπο, στα βασικά τους νοήματα. Λειτουργούμε δηλαδή αφαιρετικά, ώστε να συγκεντρώσουμε απλές προτάσεις της τυπικής λογικής.
Προσέχουμε κυρίως τη μετάβαση από τη θεματική περίοδο στις αμέσως επόμενες περιόδους λόγου.
Αν έχουμε παραγωγή θα δείξει από τις (δύο) πρώτες προτάσεις.
Αν έχουμε επαγωγή οι πρώτες περίοδοι λόγου θα είναι μερικές και  εξειδικευμένες και θα χρειαστεί να δούμε και τη (γενικευτική) συνέχεια ή κατακλείδα. Έχουμε τα ακόλουθα είδη συλλογισμών:
Α. Ως προς την πορεία προς το συμπέρασμα
1. Παραγωγικός: Μετάβαση από το Γενικό στο Ειδικό [Γ > Ε]
2. Επαγωγικός:  Μετάβαση από το Ειδικό στο Γενικό [Ε > Γ]
α. Τέλεια επαγωγή
β. Ατελής επαγωγή
3. Αναλογικός:
Μετάβαση από ένα Ειδικό σε ένα άλλο Ειδικό [Ε1 > Ε2]
Β. Ως προς το είδος των προτάσεων που αποτελούν τις προκείμενες
1. Κατηγορικοί
2. Υποθετικοί
3. Διαζευκτικοί


3. Να ελεγχθεί η ορθότητα ενός επιχειρήματος ή ενός συλλογισμού
Για να καταδειχθεί η ορθότητα ενός επιχειρήματος – συλλογισμού, θα πρέπει αυτό (αυτός) να διατυπωθεί και να αναδειχθεί στην απλότητά του, δίχως περιττούς προσδιορισμούς. Η κατάδειξη της ορθότητας του συλλογισμού θα γίνει μέσα από την ανάδειξή του. Γι’ αυτό το επιχείρημα – συλλογισμός θα πρέπει να διατυπωθεί στα βασικά του νοήματα, με απλές προτάσεις της τυπικής λογικής.
α. Ορθότητα = εγκυρότητα + αλήθεια
β. Εγκυρότητα: σωστή λογική πορεία
γ. Αλήθεια: ανταπόκριση του επιχειρήματος (του συμπεράσματος και των προκείμενων) προς την πραγματικότητα
Όταν ο συλλογισμός δείχνει έγκυρος, αλλά δεν είναι αληθής, τότε είναι παραλογισμός. Αν διαπιστώνεται και πρόθεση εξαπάτησης τότε είναι και σόφισμα.


4. Με ποια αποδεικτικά μέσα προσπαθεί να πείσει ο συγγραφέας για την αλήθεια των απόψεων του;
Με επιχειρήματα ή με τεκμήρια (παραπομπές στο κείμενο κατά περίπτωση για κάποια επιχειρήματα ή για τεκμήρια)


5. Ποια είναι η διαφορά της πειθούς από την προπαγάνδα; Ποια στοιχεία πειθούς βλέπετε μέσα στο κείμενο;
1. Πειθώ είναι η ικανότητα ενός ανθρώπου να κάνει αποδεκτή τη γνώμη, την άποψη, την κρίση του χρησιμοποιώντας κυρίως ορθά επιχειρήματα και αξιόπιστα τεκμήρια. Μπορεί βέβαια να επιστρατεύσει και άλλα μέσα (συναίσθημα, αυθεντία κ.λπ.), αλλά βασικά η πειθώ στηρίζεται στη λογική, την πραγματικότητα και την κοινά αποδεκτή αλήθεια.
2. Προπαγάνδα είναι η συστηματική και μεθοδευμένη προσπάθεια επηρεασμού και χειραγώγησης των ανθρώπινων στάσεων, συμπεριφορών και γνωμών. Ευρύτερα σημαίνει τη διάδοση ιδεών, αντιλήψεων και θεωριών που έχουν ως σκοπό την καθοδήγηση των ανθρώπων, τη διαμόρφωση συγκεκριμένων τρόπων θεώρησης και αντίληψης του κόσμου. Η προπαγάνδα στηρίζεται βασικά στην πλύση εγκεφάλου, την παραπληροφόρηση και τη διαστρέβλωση της σημασίας των λέξεων και των εννοιών.


1. Είδος πεζού λόγου
2. Με μέση συνήθως έκταση (μικρότερο από πραγματείες, μελέτες, μονογραφίες)
3. Ασχολείται με θέματα κριτικής, επιστήμης, τέχνης, γραμμάτων, ηθών, πολιτικής, κοινωνίας, πολιτισμού
4. Έχει συγκεκριμένο βαθμό εμβάθυνσης και αναλύει χωρίς να εξαντλεί
5. Ο δοκιμιογράφος εκφράζει τις παρατηρήσεις, τα συναισθήματα, τις σκέψεις για τη ζωή ή περιπλανιέται ελεύθερα στο χώρο των ιδεών
6. Πληροφορεί, διδάσκει, τέρπει, πείθει.
7. Βρίσκεται στο ενδιάμεσο μεταξύ φιλοσοφίας, επιστήμης, λογοτεχνίας, (ερμηνευτικής) δημοσιογραφίας
8. Είναι παράδειγμα ιδεολογικής ομολογίας για θέματα και προβλήματα επίμαχα και ριψοκίνδυνα
9. Συνυπάρχουν στο δοκίμιο η αναφορική και η ποιητική λειτουργία της γλώσσας
10. Είναι κατά βάση λόγος διδακτικός



7. Να βρεθεί το είδος του δοκιμίου, να αναφερθούν τα χαρακτηριστικά του και να αναγνωριστούν μέσα στο κείμενο.  
1. Αποδεικτικό
α. Προβάλλει μια βασική θέση /άποψη /κρίση πάνω σε ένα θέμα και προσπαθεί να την αποδείξει και να τη στηρίξει με λογικά επιχειρήματα και τεκμήρια.
β. Έχει αυστηρή λογική δομή: ι. Αρχικά προβάλλεται το θέμα ιι. Έπειτα η θέση το συγγραφέα ιιι. Ακολουθούν τα επιχειρήματα και τα τεκμήρια ιν. Επαναδιατυπώνεται η θέση του συγγραφέα, εμπλουτισμένη με τον προβληματισμό που προηγήθηκε
γ. Κυριαρχεί η αναφορική λειτουργία της γλώσσας.
δ. Κυριαρχεί η επίκληση στη λογική ως τρόπος πειθούς, δίχως να αποκλείονται οι άλλοι τρόποι πειθούς.
ε. Προσεγγίζει περισσότερο την επιστήμη και τη φιλοσοφία και λιγότερο τη λογοτεχνία.
ς. Έχει διδακτικό τόνο, ο οποίος προκύπτει από την προσπάθεια πειθούς διαμέσου της λογικής.
ζ. Χαρακτηρίζεται από αυστηρότητα, επισημότητα και επιμελημένη έκφραση
2. Στοχαστικό
α. Περιστρέφεται γύρω από ένα θέμα, δίχως να μεριμνά ιδιαίτερα για τη λογική οργάνωση των ιδεών.
β. Δεν έχει αυστηρή λογική δομή - διάγραμμα. Οι επιμέρους ιδέες συνδέονται περισσότερο ή λιγότερο συνειρμικά. Ο συγγραφέας περιδιαβάζει  ελεύθερα στο χώρο των ιδεών (=γενική θεώρηση, δίχως πληρότητα ή συστηματική διερεύνηση).
γ. Κυριαρχεί η μεταφορική (συνυποδηλωτική) χρήση της γλώσσας.
δ. Κυριαρχεί η επίκληση στο συναίσθημα ως τρόπος πειθούς, δίχως να αποκλείονται οι άλλοι τρόποι πειθούς.
ε. Προσεγγίζει τη λογοτεχνία.
ς. Με την ανάγνωσή του εμπλουτίζεται και βαθαίνει ο προβληματισμός μας
ζ. Έχει ύφος οικείο, προσωπικό, ποιητικό και συχνά προφορικό
3. Συνειρμικό (στοχαστικό)
Ιδιαίτερη μορφή του στοχαστικού δοκιμίου, με πολύ χαλαρή σχέση προς το θεματικό κέντρο. Η μία βασική ιδέα οδηγεί στην άλλη και όλες μαζί άλλοτε απομακρύνονται και άλλοτε επιστρέφουν στο θέμα ή το γεγονός που πυροδότησε τη διανοητική περιδιάβαση.


Συνόψιση για τα είδη του δοκιμίου

Α. ΑΠΟΔΕΙΚΤΙΚΟ
1. Αποδεικνύει μια θέση
2. Έχει ξεκάθαρη – αυστηρή δομή: θέμα – θέση – απόδειξη (επιχειρήματα + τεκμήρια) – συνόψιση ή αναδιατύπωση της θέσης
3. Πλεονάζει η αναφορική λειτουργία της γλώσσας
4. Προσεγγίζει την επιστήμη
5. Έχει ύφος σοβαρό, αυστηρό, τυπικό, αντικειμενικό, ορθολογικό
6. Πλουτίζουμε στη λογική μας συγκρότηση
Β. ΣΤΟΧΑΣΤΙΚΟ
1. Στοχάζεται, παραθέτει δηλ. σκέψεις πάνω σε ένα θέμα
2. Δεν έχει ξεκάθαρη δομή: ο συγγραφέας περιδιαβάζει ελεύθερα στο χώρο των ιδεών
3. Πλεονάζει η ποιητική λειτουργία της γλώσσας
4. Προσεγγίζει τη λογοτεχνία
5. Έχει ύφος οικείο, προσωπικό, υποκειμενικό, ποιητικό
6. Πλουτίζουμε σε ιδέες



8. Να γραφούν οι διαφορές δοκιμίου και άρθρου και να αναγνωριστούν κάποια από τα χαρακτηριστικά του άρθρου μέσα στο κείμενο που δίνεται.
1. Το άρθρο έχει επικαιρικό χαρακτήρα, ενώ το δοκίμιο μόνιμο, γενικό και διαχρονικό. Ακόμη και αν το δοκίμιο αφορμάται από ένα επίκαιρο και συγκεκριμένο γεγονός, ανάγεται στο μόνιμο και διαχρονικό.
2. Το δοκίμιο αποτελεί «υβρίδιο» διαθέτει δηλαδή στοιχεία φιλοσοφίας, λογοτεχνίας, επιστήμης, δημοσιογραφίας, ενώ το άρθρο ανήκει στην ερμηνευτική δημοσιογραφία.
3. Το δοκίμιο έχει τόνο οικείο και προσωπικό, ενώ το άρθρο έχει τόνο τυπικό και αντικειμενικό.
4. Στο άρθρο επικρατεί η αναφορική λειτουργία της γλώσσας, ενώ στο δοκίμιο μπορεί να συνυπάρχει η αναφορική με την ποιητική.
5. Το άρθρο έχει μικρότερη έκταση από το δοκίμιο.


9. Να γραφούν οι διαφορές του άρθρου από την επιφυλλίδα.
1. Η επιφυλλίδα έχει θέμα περισσότερο εξειδικευμένο και συγκεκριμένο, σε σχέση με το άρθρο.
2. Γράφεται από ένα πρόσωπο ειδικό, που διαθέτει ιδιαίτερη γνώση πάνω σε ένα θέμα, εισφέροντας γνώση και πληροφορία πάνω στο θέμα αυτό. Το άρθρο γράφεται από κάποιον αναλυτή της κοινωνικής ή πολιτικής πραγματικότητας και έχει γενικότερο χαρακτήρα σε σχέση με την επιφυλλίδα
3. Το θέμα της επιφυλλίδας έχει θεωρητική βάση και μπορεί να είναι εγκυκλοπαιδικό, καλλιτεχνικό, επιστημονικό, πολιτικό. Το άρθρο από την άλλη, πραγματεύεται θέματα τρέχουσας κοινωνικοπολιτικής πραγματικότητας και επικαιρότητας.
4. Η επιφυλλίδα μπορεί να ξεκινά από ένα θέμα της επικαιρότητας, αλλά ανάγεται σε παρατηρήσεις και σκέψεις γενικότερου χαρακτήρα και ενδιαφέροντος. Το άρθρο αφορμάται από ένα επίκαιρο και συγκεκριμένο γεγονός και περιστρέφεται αποκλειστικά γύρω από αυτό αναλύοντας και φωτίζοντάς το.
5. Με την εννοιολογική και θεωρητική της συγκρότηση η επιφυλλίδα προσεγγίζει συχνά το δοκίμιο.
5. Η επιφυλλίδα δημοσιεύεται σε συγκεκριμένη θέση μέσα στην εφημερίδα και χωρίζεται από την υπόλοιπη ύλη με οριζόντια ή κάθετη γραμμή


Α. Λειτουργούμε πρώτα στο πρόχειρο
1. Συνήθως στη φράση που τίθεται προς σχολιασμό – ανάπτυξη απαιτείται η απόδειξη – στήριξή της. Από την άποψη αυτή η παράγραφος αναπτύσσεται συνήθως με τη μέθοδο της αιτιολόγησης, χωρίς να αποκλείονται οι άλλοι τρόποι, ειδικά αν κάτι τέτοιο υποβάλλει η δομή της προς σχολιασμό φράσης.
2. Στην περίπτωση συμβολικής-μεταφορικής διατύπωσης, ερμηνεύουμε – αποκωδικοποιούμε τη συγκεκριμένη φράση, πάντα σε σχέση με τα νοήματα και το θεματικό κέντρο του ευρύτερου κειμένου.
3. Συλλέγουμε επιχειρήματα στήριξής της (θετικά από την ισχύ της, αρνητικά από την έλλειψή της). Η παράγραφος θα πρέπει να είναι πυκνή και περιεκτική στα επιχειρήματά της
Β. Συγγραφή
1. Θεματική Περίοδος: παρατίθεται η προς σχολιασμό φράση, με αναδιατύπωση του νοήματός της ή –σε έσχατη περίπτωση - σε παράφραση.
2. Ανάπτυξη: Καταγραφή των επιχειρημάτων στήριξης της πρότασης, σε παράθεση ή στη μεταξύ τους αλληλουχία (εφόσον είναι δυνατόν). Η έμφαση δίνεται στα επιχειρήματα. Αν υπάρχει και κάποιο ισχυρό τεκμήριο μπορεί να προβληθεί.
3. Κατακλείδα: Η κατακλείδα συνήθως απουσιάζει. Κάποτε μπορεί στη θέση της να εκφραστεί μία κριτική αντίρρηση ή ένσταση στο περιεχόμενο της προς ανάπτυξη φράσης.
Γ. Παρατηρήσεις
1. Αν η διατύπωση της ερώτησης είναι «αναπτύξτε», τότε αυτό που χρειάζεται είναι διερεύνηση, εμπλουτισμός και στήριξη της προς παράθεση άποψης. Αν η διατύπωση της ερώτησης είναι «σχολιάστε», τότε, εκτός από τη στήριξη, είναι αποδεκτή (ίσως και επιβεβλημένη) η διατύπωση της προσωπικής άποψης του μαθητή.
2. Οι λέξεις ανάπτυξης μπορούν να είναι περίπου 100
3. Εξακολουθεί να ισχύει ότι τον τρόπο ανάπτυξης θα τον καθορίσει η φύση της πρότασης που καλούμαστε να σχολιάσουμε.
4. Αφού τροποποιήσουμε και διορθώσουμε την έκφραση και τη δομή, μεταφέρουμε – τότε και μόνο τότε - στο καθαρό.



11. Σε τι αποβλέπει ο συγγραφέας με τη χρήση παραδειγμάτων
α. Ισχυροποιούν την πειθώ μέσα από την επίκληση στη λογική (παραδείγματα = τεκμήρια)
β. Τα παραδείγματα δίνουν συνήθως αμεσότητα, παραστατικότητα και ζωντάνια στο λόγο του συγγραφέα. Κάνουν το λόγο του περισσότερο οικείο και προσιτό.
γ. Αποτελούν μία σύνδεση με την οικεία, καθημερινή, εμπειρική πραγματικότητα, στην οποία μπορεί να έχει πρόσβαση και έλεγχο ο καθένας.
δ. Βοηθούν στην επεξήγηση και τελικά στην κατανόηση των ιδεών και των προβληματισμών.
ε. Ο συγγραφέας δε μένει στην υψηλή θεωρία˙ συνδέεται διαρκώς με την ανθρώπινη ζωή και την καθημερινή πράξη
ς. Με επαγωγικό τρόπο εξάγονται γενικότερα συμπεράσματα

[Το παράδειγμα δεν υποκαθιστά το επιχείρημα αλλά το συμπληρώνει. Από την άποψη αυτή δεν πρέπει να γίνεται κατάχρηση παραδειγμάτων, ειδικά αν είναι άκαιρα, άστοχα και περιττά.]


12. Σε τι αποβλέπει ο συγγραφέας με τη χρήση στατιστικών στοιχείων
α. Ισχυροποίηση της πειθούς μέσα από την επίκληση στη λογική (στατιστικά στοιχεία = τεκμήρια)
β. Τα στατιστικά στοιχεία και τα αριθμητικά δεδομένα περιβάλλονται με την ισχύ και την αίγλη των αριθμών και της επιστήμης. Άρα θεωρητικά διαθέτουν εγκυρότητα και αντικειμενικότητα και δύσκολα αμφισβητούνται
γ. Κάποτε τα στατιστικά στοιχεία χρησιμοποιούνται παραπλανητικά («Οι αριθμοί λεν αυτό που θέλεις εσύ να σου πουν» - Ι. Στάλιν)









1. Εντοπισμός των βασικών μερών (πρόλογος, κύριο μέρος, επίλογος) και των νοηματικών ενοτήτων ενός κειμένου
Για να βρεθούν τα βασικά μέρη ενός κειμένου θα πρέπει να δούμε το κείμενο συνολικά, στην ολότητά του και με ματιά αφαιρετική. Μόνο τότε θα δούμε τις νοηματικές του ενότητες και τα κύρια μέρη του

2. Να βρεθούν τα δομικά στοιχεία της παραγράφου.
α. Θεματική περίοδος
o    H Θ.Π. βρίσκεται συνήθως στην αρχή της παραγράφου. Σπάνια, δεν είναι η πρώτη περίοδος της παραγράφου.
o    Η Θεματική Περίοδος δηλώνει το θέμα που θα απασχολήσει την παράγραφο, το περιεχόμενο και το σκοπό ύπαρξης της παραγράφου.
o    Περιέχει ένα ολοκληρωμένο νόημα (άρα δε σταματάει απαραίτητα σε άνω ή άνω και κάτω τελεία).
β. Λεπτομέρειες – σχόλια: αναπτύσσουν τη Θεματική Περίοδο. Αποτελούν τα επιχειρήματα στήριξης και τις προτάσεις επαλήθευσης της Θ.Π.
γ. Κατακλείδα πρόταση
o    Πρόκειται συνήθως για την τελευταία περίοδο λόγου της παραγράφου
o    Συμπεραίνει – συμπυκνώνει και ταυτόχρονα διευρύνει το περιεχόμενο της Θεματικής Περιόδου
o    Συχνά μπορεί να απουσιάζει
o    Σημαίνεται συχνά από συμπερασματικές διαρθρωτικές λέξεις π.χ. έτσι, λοιπόν, άρα, επομένως
o    Όταν η τελευταία περίοδος μιας παραγράφου συνεχίζει τις λεπτομέρειες – σχόλια, ολοκληρώνει το συλλογισμό που προηγήθηκε ή συμπληρώνει παρατιθέμενα στοιχεία και ιδέες, τότε δεν υπάρχει κατακλείδα πρόταση στην παράγραφο.

3. Να βρεθεί ο τρόπος /η μέθοδος ανάπτυξης της παραγράφου
α. Ορισμός
β. Παραδείγματα
γ. Σύγκριση – Αντίθεση
δ. Διαίρεση
ε. Αιτιολόγηση
ς. Αίτιο – Αποτέλεσμα
ζ. Αναλογία
η. Συνδυασμός μεθόδων

4. Να βρεθούν οι τρόποι με τους οποίους επιτυγχάνεται η συνοχή ανάμεσα στις παραγράφους του κειμένου
α. Με επανάληψη λέξεων
β. Με αναφορά σε προηγούμενο νόημα
γ. Με χρήση αντωνυμιών
δ. Με χρήση διαρθρωτικών λέξεων ή εκφράσεων και των νοηματικών σχέσεων που αυτές εκφράζουν.

5. Να βρεθούν οι τρόποι με τους οποίους επιτυγχάνεται η συνοχή μέσα στην παράγραφο
Οι τρόποι είναι ίδιοι όπως παραπάνω

α. Προσθήκη: ακόμη, επίσης, επιπλέον, επιπρόσθετα, πέρα από αυτά, εξάλλου, άλλωστε, παράλληλα, εκτός των άλλων…
β. Αντίθεση: ωστόσο, όμως αντίθετα, αλλά, παρόλ’ αυτά, από την άλλη πλευρά, μολονότι, απεναντίας…
γ. Αιτιολόγηση: διότι, επειδή, εξαιτίας, ο λόγος/ ο παράγοντας/ η αιτία που… για το λόγο ότι…
δ. Αποτέλεσμα: συνέπεια, αποτέλεσμα, απόρροια, απότοκο, επίπτωση, για το λόγο αυτό [συνεπώς, κατά συνέπεια]…
ε. Συμπέρασμα: έτσι, λοιπόν, ώστε, άρα, επομένως, συμπερασματικά, συγκεφαλαιώνοντας, συνεπώς, κατά συνέπεια…
ζ. Διασάφηση – επεξήγηση: δηλαδή, με άλλα λόγια, συγκεκριμένα, ειδικότερα, αυτό σημαίνει, λόγου χάρη, για παράδειγμα…
η. Χρονική σχέση: κατ’ αρχάς, αρχικά, πρώτα, έπειτα, ύστερα, τέλος, πριν…
θ. Έμφαση: αξίζει να σημειωθεί/να τονιστεί, να επισημανθεί, το κυριότερο, το σημαντικότερο, είναι αναγκαίο, ιδιαίτερα, είναι γεγονός, βέβαια…
ι. ιεράρχηση – απαρίθμηση: πρώτον, δεύτερον, τρίτον κ.λπ
ια. προϋπόθεση: αν, εφόσον, σε περίπτωση που…


7. Να γραφούν οι πλαγιότιτλοι παραγράφων ή νοηματικών ενοτήτων
α. Ο πλαγιότιτλος αποδίδει με συνοπτικό τρόπο το περιεχόμενο – βασική ιδέα μιας παραγράφου ή ενότητας. Από την άποψη αυτή είναι σύντομος, συχνά ελλειπτικός (δεν ξεπερνά τη μία γραμμή) και κυριολεκτικός. Μπορεί να εξαχθεί με τη βοήθεια της θεματικής περιόδου ή της κατακλείδας.
β. Οι πλαγιότιτλοι της άσκησης αυτής έχουν τον πραγματικό χαρακτήρα του τίτλου, δηλαδή προσπαθούν μέσα σε 8-10 λέξεις να αποδώσουν το κεντρικό θέμα συνήθως μιας παραγράφου.
γ. Μπορεί να αναπαράγει αυτούσια τη φρασεολογία του κειμένου
δ. Διαφοροποιείται από τους διευρυμένους - εργαλειακούς πλαγιότιτλους, με τους οποίους εξάγουμε την περίληψη. Οι πλαγιότιτλοι για την περίληψη είναι συμπυκνωμένα νοήματα μιας παραγράφου ή μιας ενότητας παραγράφων, τα οποία πρόκειται να γίνουν μελλοντικές περίοδοι λόγου στην περίληψη.

8. Να γίνει το σχεδιάγραμμα του κειμένου
Πρόκειται για την αντίστροφη διαδικασία από αυτή που ακολουθείται στην παραγωγή λόγου. Διαβάζουμε την κάθε παράγραφο και βρίσκουμε
α. τη βασική ιδέα, η οποία βρίσκεται συνήθως στη θεματική περίοδο και
β. τις δευτερεύουσες ιδέες – επιχειρήματα, με τις οποίες αναπτύσσεται – στηρίζεται η βασική ιδέα.
Δημιουργούμε μια ταξινόμηση του τύπου:
Α, Β, Γ… για κάθε βασική ιδέα,
1, 2, 3… για κάθε δευτερεύουσα ιδέα και
α, β, γ… για κάθε επιμέρους - εξειδικευμένη ιδέα, που συμπληρώνει και επιμερίζει τις δευτερεύουσες







1. Εντοπισμός και αιτιολόγηση της χρήσης ενεργητικής ή παθητικής σύνταξης
1. Η ενεργητική σύνταξη χρησιμοποιείται όταν θέλουμε να δοθεί έμφαση στο πρόσωπο που ενεργεί, δηλαδή στο υποκείμενο της πρότασης.
2. Αντίθετα, η παθητική σύνταξη χρησιμοποιείται όταν θέλουμε να δοθεί έμφαση στην επιτελούμενη πράξη ή την ενέργεια, δηλαδή στο ρήμα της πρότασης. 
π.χ. Ενεργητική σύνταξη: Ο Νίκος έλυσε την άσκηση
Παθητική σύνταξη: Η άσκηση λύθηκε από το Νίκο
Συνήθης τύπος ασκήσεων είναι αυτές που ζητούν τη μετατροπή της ενεργητικής σύνταξης σε παθητική (ή και το αντίθετο). Οι αλλαγές που παρατηρούνται κατά τη μετατροπή αυτή είναι:
α. Το αντικείμενο της ενεργητικής γίνεται υποκείμενο στην παθητική
β. Το υποκείμενο της ενεργητικής γίνεται ποιητικό αίτιο (=ψυχολογικό υποκείμενο) στην παθητική
γ. Το ρήμα αποκτά παθητική διάθεση


2. Να βρεθούν στο κείμενο παραδείγματα αναφορικής ή ποιητικής λειτουργίας της γλώσσας.
Δύο είναι οι βασικές λειτουργίες της γλώσσας από την άποψη του τρόπου και της αμεσότητας μετάδοσης του μηνύματος. Ο ένας αφορά τη λογική μας (αναφορική λειτουργία) και ο άλλος αφορά τις συγκινήσεις μας (ποιητική λειτουργία). Έτσι έχουμε:
α. Αναφορική – δηλωτική – κυριολεκτική λειτουργία: η γλώσσα κυριολεκτεί, αυτά που λέγει αυτά εννοεί
β. Ποιητική – μεταφορική – συνυποδηλωτική - συγκινησιακή λειτουργία: η γλώσσα που άλλα λέει και άλλα εννοεί, η γλώσσα των μεταφορών, των αλληγοριών και των παρομοιώσεων. Πίσω από τη ορατή σημασία των λέξεων κρύβονται και άλλες σημασίες που δε δηλώνονται φανερά.


3. Να δοθεί η ερμηνεία, ο ορισμός, το περιεχόμενο συγκεκριμένων εννοιών του κειμένου
Για τον ορισμό μιας έννοιας
α. Αρχικά δίνουμε την ετυμολογία της π.χ. δημοκρατία, το «κράτος», δηλαδή η κυριαρχία του λαού…
β. Έπειτα θα πρέπει να υπάρξει ένα κατάλληλο κατηγορούμενο, για να αποδοθεί στην έννοια, μια λέξη που θα την εντάσσει σε μια ευρύτερη κατηγορία π.χ. παράδοση είναι το σύνολο των στοιχείων του παρελθόντος
γ. Παραθέτουμε, εφόσον υπάρχει, το σκοπό που αυτή εξυπηρετεί
δ. Καταγράφουμε τα βασικά χαρακτηριστικά ή τα αποτελέσματα με τα οποία υπάρχει η έννοια π.χ. Μαζοποίηση σημαίνει τη μετατροπή του ανθρώπου σε «μάζα», την απώλεια των ιδιαίτερων στοιχείων της προσωπικότητάς του…
Βασικά θα πρέπει να υπάρχουν απαντήσεις στα ερωτήματα «δικαστικής διαλεύκανσης»: τι, πού, πότε, ποιος, γιατί, με τι τρόπο, τι μέσα, τι σκοπό, τι αποτελέσματα;

4. Να γραφούν συνώνυμα ή αντώνυμα για συγκεκριμένες λέξεις του κειμένου.
α. Πριν καταγραφούν τα συνώνυμα ή τα αντώνυμα θα πρέπει να εντοπιστούν οι ζητούμενες λέξεις μέσα στο κείμενο καθώς και η σημασία τους. Με βάση αυτή τη σημασία θα πρέπει να βρεθούν τα συνώνυμα ή τα αντώνυμα.
β. Σε περίπτωση που υπάρχει δυστοκία στην εξεύρεση συνωνύμων ή αντωνύμων καλό θα είναι να καταγραφούν αρκετές εναλλακτικές λύσεις, ώστε να επιλεγεί η καλύτερη δυνατή.
γ. Επίσης, αν εξακολουθεί η δυσκολία, προσπαθούμε να βάλουμε τις ζητούμενες λέξεις μέσα σε προτάσεις, ώστε να διακρίνουμε τη σημασία τους.

5. Να αντικατασταθούν συγκεκριμένες λέξεις του κειμένου με άλλες ισοδύναμες
α. Εντοπίζουμε τις προς αντικατάσταση λέξεις μέσα στο κείμενο και προσπαθούμε να βρούμε λέξεις με την εγγύτερη δυνατή σημασία προς αυτές, ώστε να μην αλλάζει το νόημα του κειμένου. β. Πρόκειται για ανεύρεση ταυτόσημων συνωνύμων. Δεν αντικαθιστούμε με οτιδήποτε μπορεί να βγάλει νόημα.


6. Να σχηματιστούν φράσεις με συγκεκριμένες λέξεις του κειμένου
Στο σχηματισμό των φράσεων θα πρέπει οι υποδεικνυόμενες λέξεις να χρησιμοποιούνται με τρόπο, ώστε να αναδεικνύεται η σημασία τους. Το ύφος των προτάσεων θα πρέπει να είναι σχετικά επίσημο, δίχως αυτό να σημαίνει ότι αν μια λέξη χρησιμοποιείται σωστά σε ανεπίσημο, οικείο και προφορικό λόγο δεν θα πρέπει να εκληφθεί ως σωστή.


7. Να χαρακτηριστεί το ύφος του κειμένου
Το ύφος ενός κειμένου μπορεί να είναι (χαρακτηρισμοί):
o    απλό, λιτό, φυσικό
o    πυκνό, περιεκτικό, λακωνικό
o    κατανοητό, σαφές, εναργές
o    γλαφυρό, ζωντανό, παραστατικό
o    δυσνόητο, σκοτεινό, υπαινικτικό
o    προσωπικό, οικείο, φιλικό, προσιτό, εξομολογητικό
o    απρόσωπο, ψυχρό, τυπικό, αντικειμενικό
o    χιουμοριστικό, ανάλαφρο, περιπαικτικό, παιγνιώδες
o    ειρωνικό, καυστικό, σαρκαστικό, δηκτικό
o    επιθετικό, πολεμικό, καταγγελτικό, εριστικό
o    επίσημο, σοβαρό, αυστηρό, μεγαλόπρεπο
o    πομπώδες, ρητορικό, μεγαλόστομο
o    λογοτεχνικό, περίτεχνο, επιτηδευμένο, επιδεικτικό
o    λυρικό, δραματικό, συναισθηματικό
o    μεταφορικό, αλληγορικό, ποιητικό, υπαινικτικό
o    διδακτικό, προτρεπτικό
o    στοχαστικό, φιλοσοφικό, ερευνητικό
o    επιστημονικό, τεχνοκρατικό, εγκεφαλικό, ορθολογικό
o    σύνθετο, περίπλοκο, με ειδικό λεξιλόγιο


α. Μεταφέρει με ακρίβεια, αυτολεξεί τα λόγια ενός τρίτου
β. Προσδίδει ειρωνεία στη χρήση μιας συγκεκριμένης λέξης ή φράσης π.χ. τα «σωφρονιστήρια» = οι φυλακές
γ. Χρησιμοποιεί μία λέξη ή φράση με μεταφορική σημασία π.χ. οι «καταραμένοι» = οι περιθωριακοί, οι απόβλητοι
δ. Χρησιμοποιεί το τίτλο ενός πνευματικού (καλλιτεχνικού – επιστημονικού) έργου (βιβλίου, μιας εργασίας, μιας ταινίας, ενός τραγουδιού κ.λπ.)
ε. Μεταφέρει μία λέξη ή φράση του προφορικού καθημερινού λόγου μέσα στο γραπτό κείμενο – αδυναμία κυριολεκτικής γραπτής αποτύπωσης π.χ. «λαμόγια» = απατεώνες
ς. Χρησιμοποιεί μια αδόκιμη λέξη, κατανοητή όμως ευρύτατα στο περιεχόμενό της π.χ. «τηλεδημοκρατία»

ζ. Δίνει έμφαση στη συγκεκριμένη χρήση μιας λέξης
η. Χρησιμοποιεί μια λέξη ή φράση ενός ειδικού λεξιλογίου, γλωσσικού ιδιώματος ή ορολογίας, που μεταφέρει κάποιο ειδικό νοηματικό φορτίο μέσα στα πλαίσια μια επιστήμης, ιδεολογίας, φιλοσοφίας κ.λπ. π.χ. «θέωση», «υπεραξία», «ψυχαγωγική ενημέρωση» ((info-tainment), «το του κρείττονος συμφέρον» κ.λπ


9. Σε τι αποβλέπει ο συγγραφέας με τη χρήση ερωτημάτων
α. Κάνει τον αναγνώστη κοινωνό – συμμέτοχο του όποιου προβληματισμού
β. Δεν αφήνει τον αναγνώστη να εφησυχάσει. Τον διατηρεί σε εγρήγορση και κρατάει αυξημένο το ενδιαφέρον του
γ. Η χρήση ερωτημάτων προσδίδει ζωντάνια, αμεσότητα και παραστατικότητα στο λόγο
δ. Κάποτε τα ερωτήματα μπορεί να είναι ρητορικά και εμπεριέχουν τα ίδια, με αρνητικό και αφοριστικό τρόπο, την απάντησή τους.
ε. Σε κάποιες περιπτώσεις τα ερωτήματα χρησιμεύουν σε μεταβατική παράγραφο ή στην αρχή μιας παραγράφου για τη μετάβαση σε μία νέα νοηματική ενότητα


10. Σε τι αποβλέπει ο συγγραφέας με τη χρήση του α’ πληθυντικού προσώπου;
α. Ο συγγραφέας μετέχει στα ίδια προβλήματα, στον ίδιο προβληματισμό, στις ίδιες αγωνίες και ανησυχίες με τον αναγνώστη
β. Ο λόγος γίνεται οικείος, προσιτός και άμεσος.
γ. Ο λόγος γίνεται περισσότερο εμπειρικός και καθημερινός: ο συγγραφέας μοιράζεται την ίδια καθημερινή εμπειρία με τον αναγνώστη. Έτσι δεν αποστασιοποιείται ως αυθεντία από τον αναγνώστη και ο τελευταίος γίνεται πιο δεκτικός.


                                    ΚΕΙΜΕΝΑ ΓΙΑ ΕΞΑΣΚΗΣΗ ΚΑΙ ΠΕΡΙΛΗΨΗ


Διονύσης Χαριτόπουλος

"Ο μοναχικός θρήνος"




Το ζεϊμπέκικο δύσκολα χορεύεται. Δεν έχει βήματα· είναι ιερατικός χορός με εσωτερική ένταση και νόημα που ο χορευτής οφείλει να το γνωρίζει και να το σέβεται.
Είναι η σωματική έκφραση της ήττας. Η απελπισία της ζωής. Το ανεκπλήρωτο όνειρο. Είναι το «δεν τα βγάζω πέρα». Το κακό που βλέπεις να έρχεται. Το παράπονο των ψυχών που δεν προσαρμόστηκαν στην τάξη των άλλων.
Το ζεϊμπέκικο δεν χορεύεται ποτέ στην ψύχρα ει μη μόνον ως κούφια επίδειξη. Ο χορευτής πρέπει πρώτα «να γίνει», να φτιάξει κεφάλι με ποτά και όργανα, για να ανέβουν στην επιφάνεια αυτά που τον τρώνε.
Η περιγραφή της προετοιμασίας είναι σαφής:
Παίξε, Χρήστο, το μπουζούκι,
ρίξε μια γλυκιά πενιά,
σαν γεμίσω το κεφάλι,
γύρνα το στη ζεϊμπεκιά.
(Τσέτσης)
Ο αληθινός άντρας δεν ντρέπεται να φανερώσει τον πόνο ή την αδυναμία του· αγνοεί τις κοινωνικές συμβάσεις και τον ρηχό καθωσπρεπισμό. Συμπάσχει με τον στίχο ο οποίος εκφράζει σε κάποιον βαθμό την προσωπική του περίπτωση, γι' αυτό επιλέγει το τραγούδι που θα χορέψει και αυτοσχεδιάζει σε πολύ μικρό χώρο ταπεινά και με αξιοπρέπεια. Δεν σαλτάρει ασύστολα δεξιά κι αριστερά· βρίσκεται σε κατάνυξη. Η πιο κατάλληλη στιγμή για να φέρει μια μαύρη βόλτα είναι η στιγμή της μουσικής γέφυρας, εκεί που και ο τραγουδιστής ανασαίνει.
Ο σωστός χορεύει άπαξ· δεν μονοπωλεί την πίστα. Το ζεϊμπέκικο είναι σαν το «Πάτερ Ημών». Τα είπες όλα με τη μία.
Τα μεγάλα ζεϊμπέκικα είναι βαριά, θανατερά:

Ίσως αύριο χτυπήσει πικραμένα
του θανάτου η καμπάνα και για μένα.
(Τσιτσάνης)

Τι πάθος ατελείωτο που είναι το δικό μου,
όλοι να θέλουν τη ζωή κι εγώ το θάνατό μου.
(Βαμβακάρης)
Το ζεϊμπέκικο δεν σε κάνει μάγκα*· πρέπει να είσαι για να το χορέψεις. Οι τσιχλίμαγκες με το τζελ που πατάνε ομαδικά σταφύλια στην πίστα εκφράζουν ακριβώς το χάος που διευθετεί η εσωτερική αυστηρότητα και το μέτρο του ζεϊμπέκικου.
Το ζεϊμπέκικο δεν χορεύεται σε οικογενειακές εξόδους ή γιορτές στο σπίτι· απάδει προς το πνεύμα. Πόσο μάλλον όταν υπάρχουν κουτσούβελα που κυκλοφορούν τριγύρω παντελώς αναίσθητα.
Είναι χορός μοναχικός.
Όταν το μνήμα χάσκει στα πόδια σου, ο τόπος δεν σηκώνει άλλον. Είναι προσβολή να ενοχλήσει μια ξένη κι απρόσκλητη παρουσία. Γι' αυτό κάποιοι ανίδεοι αριστεροί διανοούμενοι ερμήνευσαν την επιβεβλημένη ερημία του χορού με τα δικά τους φοβικά σύνδρομα· αποκάλεσαν το ζεϊμπέκικο «εξουσιαστικό χορό», που περιέχει, δήθεν, μια «αόρατη απειλή». Είδαν, φαίνεται, κάποιον σκυλόμαγκα να χορεύει και τρόμαξαν. Όμως, και έναν κυριούλη αν ενοχλήσεις στο βαλσάκι του, κι αυτός θα αντιδράσει.
Το ζεϊμπέκικο δεν είναι γυναικείος χορός.
Απαγορεύεται αυστηρώς σε γυναίκα να εκδηλώσει καημούς ενώπιον τρίτων· είναι προσβολή γι' αυτόν που τη συνοδεύει. Αν δεν είναι σε θέση να ανακουφίσει τον πόνο της, αυτό τον μειώνει ως άντρα και δεν μπορεί να το δεχτεί.
Και στο μάτι δεν κολλάει.
Μια γυναίκα δεν είναι μάγκας· είναι θηλυκό ή τίποτα. Κι ένας άντρας, πρώτα αρσενικό και μετά όλα τ' άλλα. Αυτό είναι το αρχέτυπο. Κι αν το εποικοδόμημα γέρνει καμιά φορά χαρωπά, η βάση μένει ακλόνητη. Εξαιρούνται οι γυναίκες μεγάλης ηλικίας που μπορεί να έχουν προσωπικά βάσανα: χηρεία ή πένθος για παιδιά.
(Κι όμως είδα σπουδαίο ζεϊμπέκικο από δύο γυναίκες· τη Λιλή Ζωγράφου, που αυτοσχεδίαζε έχοντας αγκαλιάσει τον εαυτό της από τους ώμους με τα χέρια χιαστί σαν αρχαία τραγωδός· και μια νεαρή πουτάνα σε ένα καταγώγιο των Τρικάλων, πιο αυτεξούσια απ' όλους τους αρσενικούς εκεί μέσα.)
Η μεγάλη ταραχή είναι οι χωρικοί. Σε πλατείες χωριών, με την ευκαιρία του τοπικού πανηγυριού ή άλλης γιορτής, κάτι καραμπουζουκλήδες ετεροδημότες χορεύουνε ζεϊμπέκικο στο χώμα· προφανώς για να δείξουνε στους συγχωριανούς τους πόσο μάγκες γίνανε στην πόλη. Οι άνθρωποι της υπαίθρου δεν έχουν μπει στο νόημα κι ούτε μπορούν να εννοήσουν. Τα δικά τους ζόρια είναι κυκλικά· έρχονται, περνάνε και ξαναέρχονται σαν τις εποχές του χρόνου. Δεν είναι όλη η ζωή ρημάδι. Γι' αυτό χορεύουν εξώστρεφα, κάνουν φούρλες, σηκώνουν το γόνατο ή όλο το πόδι, κοιτάνε τους γύρω αν τους προσέχουν, χαμογελάνε χορεύοντας. Μιλάνε με τον Θεό των βροχών και του ήλιου, όχι τον σκοτεινό Θεό του χαμόσπιτου και των καταγωγίων.
Δεν γίνεται καν λόγος για το τσίρκο που χορεύει επιδεικτικά, σηκώνει τραπέζια με τα δόντια και ισορροπεί ποτήρια στο κεφάλι του. Ή τη φρικώδη καρικατούρα ζεϊμπέκικου που παρουσιάζουν οι χορευτές στις παλιές ελληνικές ταινίες και προσφάτως στα τηλεοπτικά σόου.
Το ζεϊμπέκικο είναι κλειστός χορός, με οδύνη και εσωτερικότητα. Δεν απευθύνεται στους άλλους. Ο χορευτής δεν επικοινωνεί με το περιβάλλον. Περιστρέφεται γύρω από τον εαυτό του, τον οποίο τοποθετεί στο κέντρο του κόσμου. Για πάρτη του καίγεται, για πάρτη του πονάει και δεν επιζητεί οίκτο από τους γύρω. Τα ψαλίδια, τα τινάγματα, οι ισορροπίες στο ένα πόδι είναι για τα πανηγύρια. Το πολύ να χτυπήσει το δάπεδο με το χέρι «ν' ανοίξει η γη να μπει».
Και, όσο χορεύει, τόσο μαυρίζει.
Πότε μ' ανοιχτά τα μπράτσα μεταρσιώνεται σε αϊτό που επιπίπτει κατά παντός υπεύθυνου για τα πάθη του και πότε σκύβει τσακισμένος σε ικεσία προς τη μοίρα και το θείο.
Τα παλαμάκια που χτυπάνε οι φίλοι ή οι γκόμενες καλύτερα να λείπουν. Ο πόνος του άλλου δεν αποθεώνεται. Το πιο σωστό είναι να περιμένουν τον χορευτή να τελειώσει και να τον κεράσουν. Να πιούνε στην υγειά του· δηλαδή να του γιάνει ο καημός που τον έκανε να χορέψει.
Ειπώθηκε πως το ζεϊμπέκικο σβήνει.
Ο αρχαϊκός χορός της Θράκης που τον μετέφεραν οι ζεϊμπέκηδες στη Μικρά Ασία και τον επανέφεραν στην Ελλάδα οι πρόσφυγες του 1922 έχει ολοκληρώσει τον ιστορικό του κύκλο· δεν έχει θέση σε μια νέα κοινωνία με άλλα αιτήματα και άλλες προτεραιότητες.
Μπορεί και να γίνει έτσι.
Αν χαθούν η αδικία, ο έρωτας και ο πόνος· αν βρεθεί ένας άλλος τρόπος που οι άντρες θα μπορούν να εκφράζουν τα αισθήματά τους με τόση ομορφιά και ευγένεια, μπορεί να χαθεί και το ζεϊμπέκικο.
Όμως βλέπεις μερικές φορές κάτι παλικάρια να γεμίζουν την πίστα με ήθος και λεβεντιά που σε κάνουν να ελπίζεις όχι απλώς για τον συγκεκριμένο χορό, αλλά για τον κόσμο ολόκληρο.
---------
* Ο μάγκας είναι άντρας σεμνός, καλοντυμένος και μοναχικός. Δεν είναι επιδεικτικό κουτσαβάκι και αλανιάρης. Όπως αναφέρεται και στο Μείζον Ελληνικό Λεξικό, «μάγκας: έξυπνος και με συμπεριφορά που ταιριάζει σε άντρα».

 Πηγή: Εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ, 14/09/2002


                                                             
Ρούσσος Βρανάς

Η αξία της ανθρώπινης ζωής

Οι ζωές...
... επτά εργατών, που πρόπερσι κάηκαν ζωντανοί στη χαλυβουργία της ΤhyssenGroup στο Τορίνο, αποζημιώθηκαν συνολικά με 13 εκατομμύρια ευρώ (η γερμανική πολυεθνική είχε κατηγορηθεί για εγκληματική αμέλεια και για ανεπαρκή συστήματα πυρόσβεσης). «Τα λεφτά δεν πρόκειται να φέρουν πίσω τον γιο μου», ψιθύριζε η μάνα του Ρομπέρτο Σκόλα, 32 ετών, εργάτη στη γερμανική εταιρεία που σήμερα ετοιμάζεται να απολύσει 20.000 εργαζομένους από τα εργοστάσιά της σε όλο τον κόσμο. Πόσο άραγε αξίζει η ζωή αυτών των ανθρώπων, ζώντων και νεκρών;

Πόσο αξίζει...
... η ανθρώπινη ζωή; Αξίζει άραγε όσο ένα επίδομα κοινωνικής αλληλεγγύης; Όσο ένα επίδομα ανεργίας; Όσο μια αποζημίωση που μετρούν στην παλάμη της μάνας ενός εργάτη που άφησε την τελευταία του πνοή στις σκαλωσιές;

Η ανάσα μας...
... έχει κι αυτή το κοστολόγιό της, αυτό που της βάζουν οι έμποροι της ζωής και του θανάτου. «Πανάκριβο, παμμέγιστο το χρήμα, μα εγώ σου λέω η ζωή δεν έχει τίμημα», τραγουδούσε ο Ζαν Λουί Ομπέρ στα 1980. «Όλοι οι άνθρωποι γεννιούνται ελεύθεροι και ίσοι στην αξιοπρέπεια και τα δικαιώματα». Μα μονάχα η αγορά αποφασίζει τη χρηματική αξία της ζωής τους. Πόσο αξίζει πραγματικά η ζωή; Μπορούμε να της βάζουμε τιμή; Έχει εμπορική αξία; Το σύστημα στο οποίο ζούμε έχει πολλούς τρόπους για να την υπολογίζει. Οι ασφαλιστικές εταιρείες υπολογίζουν το ρίσκο του θανάτου. Και βάζουν κάθε ασφαλισμένο να αποφασίζει μόνος του για το ποσό με το οποίο θα ασφαλιστεί. Η αξία της ζωής του, δηλαδή, δεν αποφασίζεται από τις ηθικές αρχές της κοινωνίας, αλλά από την ικανότητά του να πληρώσει το ασφάλιστρο. Σύμφωνα με την κοινωνιολόγο Ανιές Μεγιάρ, έχει μάλιστα υπολογιστεί πως η αξία της ζωής του μέσου ανθρώπου ισούται με 120 φορές το κατά κεφαλήν ακαθάριστο εγχώριο προϊόν της χώρας του (τόσα μπορεί να πληρώνει στην ασφάλεια ζωής). Έτσι, ένας Ευρωπαίος αξίζει σήμερα 1 έως 3 εκατομμύρια ευρώ κι ένας Κινέζος 120.000 ευρώ, όσο κι ένας Ιρακινός. Οι οικονομολόγοι έχουν τον δικό τους τρόπο να υπολογίζουν την ανθρώπινη ζωή. Αυτοί μετρούν την οικονομική απώλεια της κοινωνίας από τον θάνατο ενός ανθρώπου, δηλαδή το διαφυγόν κέρδος από την παραγωγή. Είναι προφανές, λέει η Ανιές Μεγιάρ, πως γι΄ αυτούς τους οικονομολόγους η ζωή της γυναίκας που μένει στο σπίτι για να φυλάει τα παιδιά, η ζωή του συνταξιούχου και του ανέργου δεν αξίζουν τίποτα.

Αυτοί οι δόλιοι...
... υπολογισμοί που δικαιώνουν την εμπορευματοποίηση της ανθρώπινης ζωής, δεν έχουν παρά έναν απώτερο στόχο: την καθολική επιβολή της λογικής του κέρδους. Άψυχοι και ψυχροί, οι λογιστές που παίζουν κάθε μέρα με τη ζωή και τον θάνατο των ανθρώπων, μένουν ασυγκίνητοι μπροστά στα βάσανα και τα πάθη τους. Στη δική τους λογική, ακόμη και οι μετοχές μπορούν να έχουν αυτό που στα οικονομικά λέγεται «εσωτερική αξία», όχι όμως και οι άνθρωποι.


Πηγή: Εφημερίδα Τα Νέα, 04/11/2009

 
Παναγιώτης Κονδύλης

Τα ανθρώπινα δικαιώματα



Οι διακηρύξεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων από τα τέλη του 18ου αιώνα ως σήμερα σημαδεύουν μιαν Ιστορική τομή, η οποία αρχικά επιτελείται στη σφαίρα του δυτικού πολιτισμού. H ανθρωπολογία υποκαθιστά τη θεολογία, τελειώνει η βασιλεία του Θεού και αρχίζει η βασιλεία του Ανθρώπου ως δημιουργού του ιστορικού σύμπαντος. Καθώς ο Άνθρωπος υποκαθιστά τον Θεό, παίρνει αναγκαστικά ορισμένα του γνωρίσματα, δηλαδή θεωρείται απόλυτη αυταξία, πρόσωπο ιερό και απαραβίαστο, φορέας απαράγραπτων δικαιωμάτων. Αν όμως ο Άνθρωπος διαδέχθηκε τον Θεό, η απόσταση ανάμεσα σε ιδεολογία και πραγματικότητα δεν μειώθηκε καθόλου. Η παντοδυναμία του Θεού διόλου δεν εξασφάλιζε την καθολική ισχύ του «αγαπάτε αλλήλους», και η οικουμενικότητα των «ανθρωπίνων δικαιωμάτων» διόλου δεν επηρεάζει εξ ίσου και κατά την αυτή έννοια τη ζωή όλων των ανθρώπων. Γιατί όπως το συγκεκριμένο περιεχόμενο και οι συγκεκριμένες εφαρμογές του «αγαπάτε αλλήλους» προσδιορίζονταν δεσμευτικά από συγκεκριμένα κυρίαρχα υποκείμενα, έτσι και τα «ανθρώπινα δικαιώματα» έχουν τους κυρίαρχους και δεσμευτικούς ερμηνευτές τους.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες, μέσω του στόλου και της αε­ροπορίας τους, ορίζουν δεσμευτικά τα «ανθρώπινα δικαιώματα» στη Βοσνία, όμως οι Βόσνιοι δεν μπορούν να ορίσουν δεσμευτικά τα «ανθρώπινα δικαιώματα», π.χ. να επιβάλουν την κατάργηση της θανατικής ποινής στις Ηνωμένες Πολιτείες. Οι Ηνωμένες Πολιτείες επιφυλάσσουν στον εαυτό τους το πολύ ανθρώπινο δικαίωμα να αντιμετωπίζουν διαφορετικά τη Σαουδική Αραβία και το Ιράν, μολονότι η κατάσταση των «ανθρωπίνων δικαιωμάτων» στις δύο αυτές χώρες ελάχιστα αποκλίνει.

Κοντολογίς: η πολιτική εκμετάλλευση των «ανθρωπίνων δικαιωμάτων», δηλαδή η χρήση τους ως μέσου πίεσης και επέμβασης είναι αναπόδραστη ήδη λόγω του γεγονότος ότι τέτοια «δικαιώματα» μπορούν να επιβληθούν μονάχα από τους ισχυρότερους πάνω στους ασθενέστερους, όμως στην αντίστροφη περίπτωση δεν είναι δυνατή και λειτουργική καμία θεσμική διευθέτηση. Τα «ανθρώπινα δικαιώματα» μετατρέπονται έτσι σε πολιτικό εργαλείο μέσα σε μια πλανητική κατάσταση, η πυκνότητα της οποίας καθιστά βέβαια απαραίτητη τη χρήση οικουμενιστικών ιδεολογημάτων, μέσα στην οποία όμως η δεσμευτική ερμηνεία των ιδεολογημάτων αυτών εναπόκειται πάντα στις διαθέσεις και στα συμφέροντα των ισχυρότερων εθνών. Τα «ανθρώπινα δικαιώματα» υπόκεινται στην επαμφοτερίζουσα λογική αυτής της κατάστασης και αντικατοπτρίζουν τις αντιφάσεις και τις εντάσεις πού σημαδεύουν κατά τρόπο δραματικό τη σημερινή παγκόσμια κοινωνία. Γι' αυτό ο αγώνας για την ερμηνεία τους αναγκαστικά θα μετατραπεί σ' έναν αγώνα μεταξύ ανθρώπων γύρω από τα όσα θεωρεί εκάστοτε ό καθένας τους ως δικό του αναφαίρετο δικαίωμα.

Αυτός ο αγώνας περί ερμηνείας έχει αρχίσει από καιρό ανάμεσα σε «Βορρά» και «Νότο» ή «Δύση» και «Ανατολή», και οξύνεται στον βαθμό όπου τα δισεκατομμύρια του «Νότου» ή της «Ανατολής» ερμηνεύουν όχι τυπικά, αλλά υλικά τα «ανθρώπινα δικαιώματα», απαιτώντας μιαν ουσιαστική ανακατανομή του παγκόσμιου πλούτου, χωρίς να τους ενδιαφέρει η ηθική των χορτασμένων.
Θέτω την έκφραση «ανθρώπινα δικαιώματα» εντός εισαγωγικών, γιατί σήμερα τέτοια δικαιώματα υπάρχουν στο χαρτί, στο κεφάλι φιλοσόφων ή στα χείλη προπαγανδιστών, όχι όμως στην πραγματικότητα. Υπάρχουν «κράτη δικαίου», όμως δεν υπάρχουν «ανθρώπινα δικαιώματα», αν νοήσουμε τον όρο στην κυριολεξία του. Ως ανθρώπινο δικαίωμα επιτρέπεται να θεωρείται μονάχα ένα δικαίωμα το οποίο απολαμβάνουν όλοι οι άνθρωποι μόνο και μόνο επειδή είναι άνθρωποι, δηλαδή χωρίς τη διαμεσολάβηση εξουσιαστικών αρχών και συλλογικών υποκειμένων (π.χ. εθνών και κρατών), που, από εννοιολογική και φυσική άποψη, είναι στενότερα από την ανθρωπότητα ως σύνολο. Επιπλέον, ένα γνήσιο ανθρώπινο δικαίωμα θα πρέπει να ισχύει και να απολαμβάνεται παντού όπου υπάρχουν άνθρωποι, δηλαδή παντού όπου επιθυμεί να εγκατασταθεί καθένας. Ώστε σε τελευταία ανάλυση δεν υπάρχουν ανθρώπινα δικαιώματα δίχως απεριόριστη ελευθερία κίνησης και εγκατάστασης και δίχως αυτόματη νομική εξίσωση όλων των ατόμων με όλα τα άτομα χάρη στην οικουμενική ισχύ μιας ενιαίας νομοθεσίας. Όσο ο Αλβανός π.χ. δεν έχει στην Ιταλία και στην Ελλάδα ακριβώς τα ίδια δικαιώματα με τον Ιταλό και τον Έλληνα, μπορούμε να μιλάμε stricto sensu για πολιτικά και αστικά, όχι για ανθρώπινα δικαιώματα.

Η κατάσταση στον σημερινό κόσμο είναι σαφής: δεν επιτρέπεται σε όλους τους ανθρώπους, υπό μόνη την ιδιότητα τους ως ανθρώπων, να κατέχουν όλα τα δικαιώματα (είτε αυτά λέγονται πολιτικά και αστικά, είτε λέγονται ανθρώπινα), ανεξάρτητα από το που γεννιούνται ή το που βρίσκονται. Ανθρώπινα δικαιώματα, τα οποία θα άξιζαν πράγματι αυτό το όνομα, θα μπορούσε να χορηγήσει μονάχα ένα παγκόσμιο κράτος, προς το οποίο όλα τα άτομα θα βρίσκονταν σε άμεση και ίση σχέση, δηλαδή θα αποκτούσαν άμεσα όλα τους τα δικαιώματα απ' αυτό ως τον εκπρόσωπο ολόκληρης της ανθρωπότητας. Μόνον όποιος εκπροσωπεί ολόκληρη την ανθρωπότητα μπορεί και να θεωρήσει τον κάθε άνθρωπο υπό μόνη την ιδιότητα του ως ανθρώπου, ανεξάρτητα από φυλετικά ή εθνικά κατηγορήματα, και να του χορηγήσει ανθρώπινα δικαιώματα. Η ανυπαρξία τέτοιων δικαιωμάτων επιβεβαιώνεται άλλωστε καθημερινά από την πολιτική, νομική και αστυνομική πρακτική της ίδιας της Δύσης, η οποία, παρακάμπτοντας τις οδυνηρές λογικές συνέπειες της ίδιας της της προπαγάνδας, ασκεί τα «ανθρώπινα δικαιώματα» πάντοτε υπό την επιφύλαξη των (εθνικών, ευρωπαϊκών κ.λπ.) κυριαρχικών δικαιωμάτων.

Κάθε κυρίαρχη αρχή έχει εδώ το δικαίωμα να συλλαμβάνει ανθρώπους από άλλες χώρες μόνο και μόνο επειδή αυτοί εισέρχονται ή παρεπιδημούν δίχως άδεια στην επικράτεια της, όμως δεν έχει π.χ. το δικαίωμα να τους δέρνει, γιατί η ίδια διακηρύσσει το ανθρώπινο δικαίωμα της σωματικής ακεραιότητας - λες και η σύλληψη καθ' εαυτήν δεν αποτελεί eo ipso άρση του δικαιώματος του ανθρώπου να διαθέτει το σώμα του όπως θέλει! Με αυτήν τη συνταγή η Δύση νομίζει ότι «δύναται δυσίν κυρίοις δουλεύειν», όμως το κάνει με αντίτιμο τη λαθραία εισαγωγή των αρχών και της πρακτικής του «κράτους δικαίου» μέσα στον χώρο των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.



Οι παράνομοι μετανάστες απελαύνονται βέβαια σύμφωνα με τις (μεταβλητές) διατάξεις του «κράτους δικαίου», όχι όμως επειδή δεν είναι άνθρωποι, αλλά επειδή δεν είναι Γάλλοι, Έλληνες, Γερμανοί κ.λπ. Στην κρίσιμη αυτή περίπτωση αποφασιστικό αποδεικνύεται το κριτήριο της εθνικότητας κι όχι η καθιερωμένη ρητορική των «ανθρωπίνων δικαιωμάτων». Μπορεί ωστόσο να προβλέψει κανείς ότι ακόμα και αυτή η ρητορική θα υποχωρήσει, στον βαθμό όπου η Δύση θα διαπιστώσει ότι τα κηρύγματα της θα τη φορτώσουν με βάρη που δεν μπορεί να σηκώσει.



Παναγιώτης Κονδύλης

«Το αόρατο χρονολόγιο της σκέψης»

Εκδ. Νεφέλη, 1998, Σελ. 116-121






Η αρχαιολογία του πολέμου






Στον «Γυμνό πίθηκο» ο εθνολόγος Ντέσμοντ Μόρις έγραφε το 1967: υπάρχει κάθε λόγος να πιστεύουμε ότι πριν από το τέλος του αιώνα η ανθρωπότητα θα αυτοκαταστραφεί. Την ίδια περίοδο, ο Κορνήλιος Καστοριάδης προσπαθούσε να αποδείξει ότι ένας Γ' Παγκόσμιος Πόλεμος, τον οποίο θα προκαλούσε το στρατιωτικοπολιτικό σύμπλεγμα της Σοβιετικής Ένωσης, ήταν αναπόφευκτος. Διαψεύσθηκαν και οι δύο. Όμως ο πόλεμος δεν αφοπλίσθηκε. Ο κόσμος αλλάζει, ο πόλεμος παραμένει.

Παρά την έλλειψη μιας κοινωνιολογίας του πολέμου και μιας αντίστοιχης επιστήμης, της πολεμολογίας, έτσι που την είχε φανταστεί ο στοχαστής Γκαστόν Μπουστούλ αμέσως μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, οι σύγχρονες αιματηρές συρράξεις ανά τον κόσμο έχουν κοινά χαρακτηριστικά: Γιουγκοσλαβία, Ερυθρέα, Σουδάν, Αφγανιστάν, Περσικός Κόλπος αποτελούν θερμές εστίες εθνικισμού με σημαντική την παρέμβαση του ξένου παράγοντα σε μια προσπάθεια ελέγχου οικονομικοπολιτικών στρατηγικών θέσεων. Στην ίδια λογική εγγράφονται και οι εμφύλιες διαμάχες στην Αλγερία, την Κολομβία και την Αγκόλα.

Από την αυγή της φιλοσοφίας, ο πόλεμος δεν έπαψε να απασχολεί τα ανήσυχα πνεύματα. «Πόλεμος πατήρ πάντων», έλεγε ο Ηράκλειτος, ενώ για τον Σωκράτη το αντικείμενο του πολέμου ήταν η σχετική διάσταση ανάμεσα στο δίκαιο και το άδικο. Ανασκευάζοντας τη διατύπωση, ο Μακιαβέλι θεωρούσε ότι κάθε πόλεμος είναι δίκαιος στον βαθμό που είναι απαραίτητος. Με μια φαινομενική παραδοξολογία ο Νίτσε προειδοποιούσε τον κόσμο ότι η ειρήνη δεν είναι παρά το μέσον για μελλοντικούς πολέμους και πως σε τελευταία ανάλυση νομιμοποιείται αν είναι για το καλό της ανθρωπότητας. Σήμερα, η συμβολική δύναμη του πολέμου δεν έπαψε να είναι παρούσα μέσα από την καθημερινή βία και τα παιχνίδια των νεαρών αγοριών που, παρά τον πασιφισμό των γονέων, ξεκληρίζουν καθημερινά φανταστικούς αντιπάλους.

Η θεμελιώδης, βέβαια, ερώτηση είναι αν ο πόλεμος ασκεί μια απαραίτητη ρύθμιση στις ανθρώπινες υποθέσεις. Κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα πολλές ερμηνευτικές απόπειρες φιλοδόξησαν να την απαντήσουν. Δημογράφοι, οικονομολόγοι, βιοκοινωνιολόγοι και θεωρητικοί της συλλογικής ψυχολογίας φώτισαν πλευρές του ζητήματος, χωρίς ωστόσο να φτάσουν στον πυρήνα του, σε μια στέρεα και ολοκληρωμένη θεωρία. Μήπως οι ρίζες του πολέμου δεν βρίσκονται στην αντιπαλότητα μεταξύ των λαών ή των ομάδων της ανθρωπότητας, αλλά στον ανταγωνισμό των γονιδίων, όπως θα το ήθελε μια απλουστευτική ανάγνωση του Δαρβινισμού; Όμως τα μεγάλα πιθηκοειδή δεν παρουσιάζουν καμιά συμπεριφορά που να μοιάζει με τον πόλεμο. Πράγματι, και αντίθετα με αυτό που πίστευε ο Χόουμπς, ο πόλεμος δεν είναι παρά μια σχετικά πρόσφατη εξέλιξη της δομής τω κοινωνιών, πιο πρόσφατη και από τη θρησκεία ή την τέχνη.

Μερικοί ερευνητές υποθέτουν πως ο άνθρωπος του Νεάτερνταλ εξοντώθηκε από τον Homo sapiens με στρατιωτικά μέσα, ήδη 30000 χρόνια π.Χ. Πρόκειται για μια υπόθεση μάλλον αυθαίρετη. Ίσως στη διάρκεια της Παλαιολιθικής εποχής να υπήρχαν αιματηρές συγκρούσεις μεταξύ οργανωμένων ομάδων, αλλά τίποτα δεν το αποδεικνύει. Οι πρώτες μαρτυρίες για πολεμικές συγκρούσεις είναι τα τείχη της Ιεριχούς, μόλις το 8000 π.Χ. Είναι η μονιμότητα της εγκατάστασης, η συγκέντρωση σε αστικά κέντρα και η ιδιοποίηση των φυσικών πόρων, που γεννούν τη στρατιωτική οργάνωση και την ανάδυση της έννοιας της επικράτειας και των συνόρων. Το πρώτο εργαλείο του πολέμου, η λαξευμένη πέτρα, εμφανίζεται αρκετά αργότερα, μόλις στην αρχή της Εποχής του χαλκού.

Αν όμως ο πόλεμος δεν βρίσκεται μέσα στα γονίδια αλλά απλώς στα κεφάλια των ανθρώπων, το μόνο που μας μένει είναι να ξαναγράψουμε τα 10.000 χρόνια ιστορίας. Πάντως η απλούστευση περί καλών και κακών, σίγουρα δεν προάγει τη γνώση μας ούτε αποτρέπει τους μελλοντικούς πολέμους.





Πηγή: Εφημερίδα Τα Νέα, 27-05-1999




Χανς Μάγκνους Εντσενσμπέργκερ

"Οι δύο κουλτούρες"

Τον περασμένο Ιούλιο, ο γερμανός συγγραφέας Χανς Μάγκνους Εντσενσμπέργκερ βραβεύτηκε στη Ρώμη για τη συμβολή του στο διάλογο λογοτεχνίας και επιστήμης.
Με αυτή την αφορμή έδωσε συνέντευξη στην εφημερίδα «La Repubblica», απόσπασμα της οποίας παρουσιάζουμε στη συνέχεια.

«Η σχέση ανάμεσα σε επιστημονική και ουμανιστική κουλτούρα δεν είναι εύκολη. Η σύγκρουση ανάμεσα στις δύο κουλτούρες είναι ένα πολύ παλιό πρόβλημα. Στην αρχαιότητα ωστόσο ήταν διαφορετικά. Ολοι οι έλληνες φιλόσοφοι είχαν πρωτοποριακές επιστημονικές γνώσεις για την εποχή τους. Και ένας μεγάλος ποιητής, όπως ο Λουκρήτιος, στο έργο του «De Rerum Natura», μετέτρεψε την επιστημονική γνώση του καιρού του σε ποίηση. Ηταν χρέος του καλλιεργημένου ανθρώπου να γνωρίζει τη λογοτεχνία όπως και την αστρονομία. Η σύγκρουση εκδηλώθηκε αργότερα.

Στον Μεσαίωνα δεν αγαπούσαν την επιστήμη. Επειτα έρχεται με την Αναγέννηση εκ νέου μια συμβίωση, μια ανταλλαγή και ένας διάλογος μεταξύ ποίησης και θετικών επιστημών: ο νεοπλατωνισμός, ο ουμανισμός, η γνώση πολλών γλωσσών σαν κάτι φυσικό. Αυτό συνεχίζεται με τον Διαφωτισμό ώς τον δέκατο όγδοο αιώνα. Ο Ντιντερό έγραψε ένα βιβλίο για τα μαθηματικά. Ο δέκατος ένατος αιώνας υπήρξε ο καιρός των επιγόνων αλά Χούμπολντ.

Το διαζύγιο ανάμεσα σε λογοτεχνία και θετικές επιστήμες σχετίζεται ίσως με δύο πραγματικότητες. Πρώτον, η αυξανόμενη ειδίκευση της επιστήμης, η οποία ανέπτυξε τις δικές της γλώσσες. Και μόνον η ποσότητα επιστημονικών εννοιών είναι προβληματική. Ο δεύτερος παράγοντας είναι εξωτερικός: τα σχολικά συστήματα που γεννήθηκαν στον δέκατο ένατο αιώνα φτιάχτηκαν όχι για να κάνουν τους ανθρώπους πιο μορφωμένους, αλλά για να προετοιμάσουν ειδικευμένη εργατική δύναμη για τη βιομηχανική κοινωνία. Για το δίκαιο και για το χρήμα το σχολείο δεν διδάσκει τίποτα.

Στον εικοστό αιώνα η επιστημονική πρόοδος επιταχύνθηκε δραματικά, αποκτώντας νέες διαστάσεις και αντιμετωπίζοντας καθημερινές προκλήσεις: το ενεργειακό ζήτημα, το κλίμα, την τεχνολογία της πληροφορίας. Υπάρχει ένα πρόβλημα εκλαΐκευσης και το σχολείο δεν είναι στο ύψος αυτού του καθήκοντος.

Στα τελευταία είκοσι χρόνια κάτι άλλαξε ωστόσο. Οι Αγγλοσάξονες ανέπτυξαν μια κουλτούρα της μετάφρασης. Εφημερίδες όπως η «Scientific American», πρώτη μεταξύ όλων, είναι εφημερίδες εκλαΐκευσης για το μεγάλο κοινό.
Εφημερίδες όπως η «Frankfurter» έχουν επιστημονικά άρθρα καθημερινά, καθώς και εβδομαδιαία επιστημονικά ένθετα. Το κοινό είναι πελώριο. Είναι εξελίξεις που δεν μπορούμε να αγνοούμε. Θα είναι όλο και περισσότερο άστοχο ή αναχρονιστικό να τρέφουμε ως ουμανιστές ή καλλιτέχνες περιφρονητικά συναισθήματα για τις θετικές επιστήμες. Το κοινό αλλάζει και η επιστήμη γίνεται σαγηνευτική σε βαθμό που πριν δεν είχαμε φανταστεί.

Η λογοτεχνία δυσκολεύεται να ανοιχτεί στον κόσμο της επιστήμης. Υπάρχει μια λογοτεχνία του υποκειμενισμού: ερωτικά μυθιστορήματα, βιογραφίες, αυτοβιογραφίες. Μια ατέλειωτη ενασχόληση με τους εαυτούς μας. Είναι λίγο πληκτικό, υποδηλώνει έλλειψη εμπειριών. Θέλουμε να δοκιμάσουμε να γράψουμε τη «Μαντάμ Μποβαρί» καλύτερα από τον Φλομπέρ ή, αντίθετα, να ανοίξουμε τα μάτια μας στον εξωτερικό κόσμο; Πολύ λίγα μυθιστορήματα αφηγούνται ιστορίες από τον κόσμο της επιστήμης ή της οικονομίας. Οι συγγραφείς αγνοούν δηλαδή μεγάλο μέρος της σημερινής πραγματικότητας. Μου προξενεί έκπληξη η απουσία περιέργειας πολλών συγγραφέων για την πραγματικότητα. Στο παρελθόν η κατάσταση ήταν διαφορετική. Ο Χούμπολντ ήταν επιστήμονας και λογοτέχνης ταυτόχρονα. Ο Τόμας Μαν στο «Μαγικό βουνό» μιλάει για την οικονομία, την επιστήμη, και διασκεδάζει γράφοντας ένα δοκίμιο για την πολιτική της εποχής του με τον Νάφτα και τον Σετεμπρίνι. Για να το πω σκληρά, σήμερα πολλοί συγγραφείς είναι υπερβολικά οκνηροί για να ανοίξουν τα μάτια τους μπροστά στον πραγματικό κόσμο. Ωστόσο, το μεγαλύτερο γερμανικό bestseller εδώ και χρόνια είναι «Η μέτρηση του κόσμου» του Ντάνιελ Κέλμαν, ένα ωραιότατο μυθιστόρημα που έχει για πρωταγωνιστές του δύο επιστήμονες. Αυτό επιβεβαιώνει ότι στο κοινό ακόμη και το λογοτεχνικό ενδιαφέρον για την επιστήμη είναι ζωντανό.

Και στον κόσμο των επιστημόνων βλέπω κινητικότητα.

Εχω πολλές επαφές με επιστήμονες. Το παλιό στερεότυπο του επιστήμονα που είναι κλεισμένος μέσα στην επιστήμη του χάνεται. Οι σύγχρονοι ερευνητές είναι ενδιαφέροντες άνθρωποι. Γνωρίζουν ότι η επιστήμη κοστίζει πολύ και ότι επομένως χρειάζεται να γίνεται αποδεκτή από τους πολίτες που συνεισφέρουν. Με δυο λόγια, τους είναι αναγκαία η κοινωνική και πολιτική στήριξη και συναίνεση.

Η κριτική στις επικίνδυνες τάσεις της επιστήμης παίζει ένα ρόλο σε αυτό το διάλογο. Η επιστήμη είχε συνηθίσει επί αιώνες σε κριτικές μόνον από το εσωτερικό της. Τώρα οφείλει να συνηθίσει σε κριτικές της κοινωνίας για τις επικίνδυνες αναπτύξεις της. Ας σκεφτούμε την κλωνοποίηση, την τεχνητή νοημοσύνη, την επιστήμη που εφαρμόζεται στους εξοπλισμούς, τα μεταλλαγμένα τρόφιμα.

Οι επιστήμονες χρειάζονται την κριτική από τα έξω. Αυτή η κριτική μπορεί να είναι αποτελεσματική μόνον αν εκφράζεται με ένα μίνιμουμ ειδικών γνώσεων. Ο Τόμας Μαν μελετούσε πριν γράψει για το ένα ή το άλλο θέμα.

Στο διάλογο μεταξύ επιστημόνων και λογοτεχνών είναι αναπόφευκτες και κάποιες συγκρούσεις. Σε ένα σοβαρό επιστήμονα δεν του αρέσει να ακούει ότι όλα τα προβλήματα μπορούν να λυθούν, ότι σε λίγες δεκαετίες θα νικήσουμε το θάνατο και θα έχουμε τέλειες ανθρώπινες μηχανές. Εγώ ως λογοτέχνης καταγγέλλω μαζί με επιστήμονες άλλους επιστήμονες, που μας φαίνονται ψεύτες και απατεώνες. Επιστήμη, λογοτεχνία, δημοσιογραφία είναι γεμάτες με εγκληματική ενέργεια και όχι μόνον με τσαρλατάνους. Και το να μιλάμε για το ρόλο της επιστήμης στην οικονομική εξουσία είναι ένα θέμα που δεν πρέπει να αποφεύγουμε (...).»


[ ΣΗΜΕΙΩΜΑΤΑΡΙΟ ΙΔΕΩΝ
Από το ΘΑΝΑΣΗ ΓΙΑΛΚΕΤΣΗ ]
Πηγή: Εφημερίδα ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΗ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ 7, 07/10/2007
http://archive.enet.gr/online/online_text/c=113,dt=07.10.2007,id=86581088 



Μάνος Χατζιδάκις
Ο νεοναζισμός δεν είναι οι άλλοι*


Ο νεοναζισμός, ο φασισμός, ο ρατσισμός και κάθε αντικοινωνικό και αντιανθρώπινο φαινόμενο συμπεριφοράς δεν προέρχεται από ιδεολογία, δεν περιέχει ιδεολογία, δεν συνθέτει ιδεολογία. Είναι η μεγεθυμένη έκφραση-εκδήλωση του κτήνους που περιέχουμε μέσα μας χωρίς εμπόδιο στην ανάπτυξή του, όταν κοινωνικές ή πολιτικές συγκυρίες συντελούν, βοηθούν, ενισχύουν τη βάρβαρη και αντιανθρώπινη παρουσία του.

Η μόνη αντιβίωση για την καταπολέμηση του κτήνους που περιέχουμε είναι η Παιδεία. Η αληθινή παιδεία και όχι η ανεύθυνη εκπαίδευση και η πληροφορία χωρίς κρίση και χωρίς ανήσυχη αμφισβητούμενη συμπερασματολογία. Αυτή η παιδεία που δεν εφησυχάζει ούτε δημιουργεί αυταρέσκεια στον σπουδάζοντα, αλλά πολλαπλασιάζει τα ερωτήματα και την ανασφάλεια. Όμως μια τέτοια παιδεία δεν ευνοείται από τις πολιτικές παρατάξεις και από όλες τις κυβερνήσεις, διότι κατασκευάζει ελεύθερους και ανυπότακτους πολίτες μη χρήσιμους για το ευτελές παιχνίδι των κομμάτων και της πολιτικής. Κι αποτελεί πολιτική «παράδοση» η πεποίθηση πως τα κτήνη, με κατάλληλη τακτική και αντιμετώπιση, καθοδηγούνται, τιθασεύονται.

Ενώ τα πουλιά… Για τα πουλιά, μόνον οι δολοφόνοι, οι άθλιοι κυνηγοί αρμόζουν, με τις «ευγενικές παντός έθνους παραδόσεις». Κι είναι φορές που το κτήνος πολλαπλασιαζόμενο κάτω από συγκυρίες και με τη μορφή «λαϊκών αιτημάτων και διεκδικήσεων» σχηματίζει φαινόμενα λοιμώδους νόσου που προσβάλλει μεγάλες ανθρώπινες μάζες και επιβάλλει θανατηφόρες επιδημίες.

Πρόσφατη περίπτωση ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος. Μόνο που ο πόλεμος αυτός μας δημιούργησε για ένα διάστημα μιαν αρκετά μεγάλη πλάνη, μιαν ψευδαίσθηση. Πιστέψαμε όλοι μας πως σ’ αυτό τον πόλεμο η Δημοκρατία πολέμησε το φασισμό και τον νίκησε. Σκεφθείτε: η «Δημοκρατία», εμείς με τον Μεταξά κυβερνήτη και σύμμαχο τον Στάλιν, πολεμήσαμε το ναζισμό, σαν ιδεολογία άσχετη από μας τους ίδιους. Και τον… νικήσαμε. Τι ουτοπία και τι θράσος. Αγνοώντας πως απαλλασσόμενοι από την ευθύνη του κτηνώδους μέρους του εαυτού μας και τοποθετώντας το σε μια άλλη εθνότητα υποταγμένη ολοκληρωτικά σ’ αυτό, δεν νικούσαμε κανένα φασισμό αλλά απλώς μιαν άλλη εθνότητα επικίνδυνη που επιθυμούσε να μας υποτάξει.

Ένας πόλεμος σαν τόσους άλλους από επικίνδυνους ανόητους σε άλλους ανόητους, περιστασιακά ακίνδυνους. Και φυσικά όλα τα περί «Ελευθερίας», «Δημοκρατίας», και «λίκνων πνευματικών και μη», για τις απαίδευτες στήλες των εφημερίδων και τους αφελείς αναγνώστες. Ποτέ δεν θα νικήσει η Ελευθερία, αφού τη στηρίζουν και τη μεταφέρουν άνθρωποι, που εννοούν να μεταβιβάζουν τις δικές τους ευθύνες στους άλλους.

(Κάτι σαν την ηθική των γερόντων χριστιανών. Το καλό και το κακό έξω από μας. Στον Χριστό και τον διάβολο. Κι ένας Θεός που συγχωρεί τις αδυναμίες μας εφόσον κι όταν τον θυμηθούμε μες στην ανευθυνότητα του βίου μας. Επιδιώκοντας πάντα να εξασφαλίσουμε τη μετά θάνατον εξακολουθητική παρουσία μας. Αδυνατώντας να συλλάβουμε την έννοια της απουσίας μας. Το ότι μπορεί να υπάρχει ο κόσμος δίχως εμάς και δίχως τον Καντιώτη τον Φλωρίνης).

Δεν θέλω να επεκταθώ. Φοβάμαι πως δεν έχω τα εφόδια για μια θεωρητική ανάπτυξη, ούτε την κατάλληλη γλώσσα για τις απαιτήσεις του όλου θέματος. Όμως το θέμα με καίει. Και πριν πολλά χρόνια επιχείρησα να το αποσαφηνίσω μέσα μου. Σήμερα ξέρω πως διέβλεπα με την ευαισθησία μου τις εξελίξεις και την επανεμφάνιση του τέρατος. Και δεν εννοούσα να συνηθίσω την ολοένα αυξανόμενη παρουσία του. Πάντα εννοώ να τρομάζω.

Ο νεοναζισμός δεν είναι οι άλλοι. Οι μισητοί δολοφόνοι, που βρίσκουν όμως κατανόηση από τις διωκτικές αρχές λόγω μιας περίεργης αλλά όχι και ανεξήγητης συγγενικής ομοιότητος. Που τους έχουν συνηθίσει οι αρχές και οι κυβερνήσεις σαν μια πολιτική προέκτασή τους ή σαν μια επιτρεπτή αντίθεση, δίχως ιδιαίτερη σημασία που να προκαλεί ανησυχία. (Τελευταία διάβασα πως στην Πάτρα, απέναντι στο αστυνομικό τμήμα άνοιξε τα γραφεία του ένα νεοναζιστικό κόμμα. Καμιά ανησυχία ούτε για τους φασίστες, ούτε για τους αστυνομικούς. Ούτε φυσικά για τους περιοίκους).

Ο εθνικισμός είναι κι αυτός νεοναζισμός. Τα κουρεμένα κεφάλια των στρατιωτών, έστω και παρά τη θέλησή τους, ευνοούν την έξοδο της σκέψης και της κρίσης, ώστε να υποτάσσονται και να γίνονται κατάλληλοι για την αποδοχή διαταγών και κατευθύνσεων προς κάποιο θάνατο. Δικόν τους ή των άλλων. Η εμπειρία μου διδάσκει πως η αληθινή σκέψη, ο προβληματισμός οφείλει κάπου να σταματά. Δεν συμφέρει. Γι’ αυτό και σταματώ. Ο ερασιτεχνισμός μου στην επικέντρωση κι ανάπτυξη του θέματος κινδυνεύει να γίνει ευάλωτος από τους εχθρούς. Όμως οφείλω να διακηρύξω το πάθος μου για μια πραγματική κι απρόσκοπτη ανθρώπινη ελευθερία.

Ο φασισμός στις μέρες μας φανερώνεται με δυο μορφές. Ή προκλητικός, με το πρόσχημα αντιδράσεως σε πολιτικά ή κοινωνικά γεγονότα που δεν ευνοούν την περίπτωσή τους ή παθητικός μες στον οποίο κυριαρχεί ο φόβος για ό,τι συμβαίνει γύρω μας. Ανοχή και παθητικότητα λοιπόν. Κι έτσι εδραιώνεται η πρόκληση. Με την ανοχή των πολλών. Προτιμότερο αργός και σιωπηλός θάνατος από την αντίδραση του ζωντανού και ευαίσθητου οργανισμού που περιέχουμε.

Το φάντασμα του κτήνους παρουσιάζεται ιδιαιτέρως έντονα στους νέους. Εκεί επιδρά και το marketing. Η επιρροή από τα Μ.Μ.Ε. ενός τρόπου ζωής που ευνοεί το εμπόριο. Κι όπως η εμπορία ναρκωτικών ευνοεί τη διάδοσή τους στους νέους, έτσι και η μουσική, οι ιδέες, ο χορός και όσα σχετίζονται με τον τρόπο ζωής τους έχουν δημιουργήσει βιομηχανία και τεράστια κι αφάνταστα οικονομικά ενδιαφέρονται.

Και μη βρίσκοντας αντίσταση από μια στέρεη παιδεία όλα αυτά δημιουργούν ένα κατάλληλο έδαφος για να ανθίσει ο εγωκεντρισμός η εγωπάθεια, η κενότητα και φυσικά κάθε κτηνώδες ένστιχτο στο εσωτερικό τους. Προσέξτε το χορό τους με τις ομοιόμορφες στρατιωτικές κινήσεις, μακρά από κάθε διάθεση επαφής και επικοινωνίας. Το τραγούδι τους με τις συνθηματικές επαναλαμβανόμενες λέξεις, η απουσία του βιβλίου και της σκέψης από τη συμπεριφορά τους και ο στόχος για μια άνετη σταδιοδρομία κέρδους και εύκολης επιτυχίας.

Βιώνουμε μέρα με τη μέρα περισσότερο το τμήμα του εαυτού μας – που ή φοβάται ή δεν σκέφτεται, επιδιώκοντας όσο γίνεται περισσότερα οφέλη. Ώσπου να βρεθεί ο κατάλληλος «αρχηγός» που θα ηγηθεί αυτό το κατάπτυστο περιεχόμενό μας. Και τότε θα ‘ναι αργά για ν’ αντιδράσουμε. Ο νεοναζισμός είμαστε εσείς κι εμείς – όπως στη γνωστή παράσταση του Πιραντέλο. Είμαστε εσείς, εμείς και τα παιδιά μας. Δεχόμαστε να ‘μαστε απάνθρωποι μπρος στους φορείς του AIDS, από άγνοια αλλά και τόσο «ανθρώπινοι» και συγκαταβατικοί μπροστά στα ανθρωποειδή ερπετά του φασισμού, πάλι από άγνοια, αλλά κι από φόβο κι από συνήθεια.

Και το Κακό ελλοχεύει χωρίς προφύλαξη, χωρίς ντροπή. Ο νεοναζισμός δεν είναι θεωρία, σκέψη και αναρχία. Είναι μια παράσταση. Εσείς κι εμείς. Και πρωταγωνιστεί ο Θάνατος.

(*Κείμενο του συνθέτη Μάνου Χατζιδάκι για το νεοναζισμό και τον εθνικισμό που έγραψε τον Φεβρουάριο του 1993, λίγους μήνες πριν τον θάνατό του, το οποίο είχε δημοσιευτεί στο πρόγραμμα αντιναζιστικής συναυλίας που είχε δώσει η Ορχήστρα των Χρωμάτων με έργα Βάιλ, Λίστ και Μπάρτον. Το ίδιο κείμενο παράλληλα είχε δημοσιευτεί και στην εφημερίδα Ελευθεροτυπία)


Trust Rating
69%
e-keimena.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου