Κυριακή, 28 Ιουλίου 2013

video
ΜΕΤΑΠΟΛΕΜΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ


ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ : Η ποίηση επηρεάζεται από τα γεγονότα της κατοχής και τα δύσκολα μετακατοχικά χρόνια



  ΓΕΝΙΕΣ ΠΟΙΗΤΩΝ

1η μεταπολεμική γενιά: 
-επίδραση από Β. Παγκόσμιο Πόλεμο, Κατοχή και Εμφύλιο(1946-1949) 
- Πιστεύουν σε συγκεκριμένες ηθικές και κοινωνικές αξίες
-Έχουν το όραμα για έναν κόσμο δίκαιο από πολιτική και κοινωνική άποψη.
-Υπάρχουν 3 τάσεις: α)αντιστασιακή, β) νεοϋπερρεαλιστική, γ)υπαρξιακή 


2η μεταπολεμική γενιά:
(1955-1965)
-πτώση του ηρωικού κλίματος
-Δεν έχουν ζήσει τα γεγονότα (παρά μόνο ως έφηβοι)
-Διακατέχονται από ένα αίσθημα διάψευσης των οραμάτων
-Έντονος καρυωτακισμός


ΓΕΝΙΑ ΤΟΥ 1970
-Επίδραση από το κλίμα του Ψυχρού Πολέμου
-Επίδραση από το καταναλωτικό πλαίσιο ζωής
-Επίδραση από τα γεγονότα της δικτατορίας (1967-1974)
Ενασχόληση με την καθημερινότητα και αμφισβήτηση





















ΚΑΝΤΑΤΑ ΤΟΥ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗ


Εισαγωγή στο ποιητικό έργο του Τάσου Λειβαδίτη

Ο Τάσος Λειβαδίτης ανήκει στην πρώτη μεταπολεμική γενιά. Η ποίησή του είναι πολιτικά ενταγμένη, με σαφή ανθρωπιστικά σήματα. Έχοντας διατελέσει εξόριστος για τις πολιτικές του ιδέες, θητεύει στην «ποίηση του στρατοπέδου», της οποίας αποτελεί έναν από τους αντιπροσωπευτικότερους εκπροσώπους. Κατά τον Αργυρίου, «ξεκινάει, ως ποιητής, έχοντας την αίσθηση ότι μετέχει σ’ ένα συλλογικό σώμα και το αντιπροσωπεύει. Ως κορυφαίος ενός χορού, εκφράζει τα αισθήματα και τα οράματα του συλλογικού σώματος στο οποίο, οικεία βουλήσει, εντάχθηκε»
Η ποίησή του βρίσκεται συγκεντρωμένη σε τρεις τόμους 1200 περίπου σελίδων και μπορεί να χωριστεί σε τρεις περιόδους:
Πρώτη περίοδος (1946-1956). Σ’ αυτήν ανήκουν οι συλλογές Μάχη στην άκρη της νύχτας, Αυτό το αστέρι είναι για όλους μας, Φυσάει στα σταυροδρόμια του κόσμου κ. ά. Στην πρώτη περίοδο είναι έντονος ο βιωματικός χαρακτήρας της ποίησής του. Έχουμε μια «ποίηση του στρατοπέδου», μια ωμή, σχεδόν νατουραλιστική περιγραφή των δοκιμασιών της εξορίας, αλλά συγχρόνως στο έργο προβάλλεται η αισιοδοξία και η πίστη στη μελλοντική δικαίωση των αγωνιστών. Μεγάλο τμήμα της πρώτης περιόδου ανήκει στο μικτό είδος επικής και λυρικής ποίησης: Ηρωικές πράξεις και συμπεριφορές συνιστούν το επικό στοιχείο, ενώ το λυρικό αναδεικνύεται μέσα από τη συναισθηματική φόρτιση των ανθρώπινων χαρακτήρων. Από την άποψη του φρονήματος εντάσσεται στο σοσιαλιστικό ρεαλισμό, με κυρίαρχα μοτίβα τον αγώνα, τη μάχη, τη συντροφικότητα, τα ανθρωπιστικά ιδανικά.
Δεύτερη περίοδος (1957-1966). Έργα αυτής της περιόδου είναι Οι γυναίκες με τ’ αλογίσια μάτια, Καντάτα, Οι τελευταίοι κ. ά.  Παρατηρείται μια μεταβολή στο ποιητικό όραμά του για τον κόσμο. Αρχίζουν τώρα να τον απασχολούν προβλήματα που σχετίζονται με το θέμα της ήττας της αριστεράς στον εμφύλιο πόλεμο και εμφανίζονται οι πρώτοι υπαρξιακοί προβληματισμοί. Παράλληλα με τα μοτίβα της πρώτης περιόδου, που δεν παύουν να υπάρχουν, προστίθενται και συναισθήματα φθοράς, πτώσης, αμφιβολίας, πικρίας, απογοήτευσης . Επίσης διαφοροποιείται κάπως και η στιχουργική, δηλ. ο σύντομος, άμεσος, μονοσήμαντος στίχος της πρώτης περιόδου, γίνεται τώρα εκτενέστερος και πιο πολυσήμαντος.
Τρίτη περίοδος (1972-1987). Συλλογές της τρίτης περιόδου είναι: Νυχτερινός επισκέπτης, Βιολί για μονόχειρα, Ο τυφλός με το λύχνο, Βιολέτες για μια εποχή κ. ά. Η μορφή τείνει προς τον πεζό λόγο. Καθιερώνει τώρα το ολιγόστιχο ποίημα απέναντι στις πολύστροφες και πολύστιχες συνθέσεις του παρελθόντος. Η ποίησή του δεν παύει να  είναι κοινωνική, το επικό όμως στοιχείο περιορίζεται και εξαντλείται στην αφηγηματική και πεζόμορφη ανάπτυξη του ποιητικού λόγου, ενώ το λυρικό δίνεται με το ελεγειακό, όχι ως θρηνητικό φρόνημα, αλλά ως τραγική σύλληψη των ψυχικών γεγονότων.
Γενικά χαρακτηριστικά της ποίησης του Λειβαδίτη:
-υιοθέτηση νέων, ευλύγιστων ρυθμών
-εισαγωγή του τόνου της καθημερινής κουβέντας
-συνδυασμός του ελεύθερου στίχου με  στοιχεία από την τεχνική του υπερρεαλισμού
-μεταφορά της κινηματογραφικής τεχνικής
-τάση να τονίζει με νατουραλιστική ωμότητα κάποιες  λεπτομέρειες
-επαναληπτικότητα (επανάληψη λέξης, φράσης, στίχου ή λεκτικού τρόπου, στοιχείο που εμπεδώνει την αίσθηση της διάρκειας και ειδικά τον ατέλειωτο χρόνο της φυλακής)
-χρήση αποσιωπητικών (αφήνοντας έτσι τον αναγνώστη να κάνει τις προεκτάσεις του)
-αναπάντητα ερωτήματα (μέσα από το οποία διαχέονται αισθήματα ανασφάλειας, αγωνίας, καταλυτικού φόβου)
-αναλυτική πορεία (δηλ. ένας στίχος αναπτύσσεται σε αλλεπάλληλους άλλους στίχους, ή αντίθετα, από την ανάλυση στη σύνθεση).
-από το τρίτο πρόσωπο της αφήγησης περνάει στο πρώτο, ταυτιζόμενος έτσι με τον αγωνιστή-λαό.
-συχνή χρήση αντιθέσεων
-κατά κόρον χρήση παρομοιώσεων
-συσσώρευση επιθέτων
Η θρησκευτικότητα στην ποίηση του Λειβαδίτη
Ένα ιδιάζον γνώρισμα της ποίησης του Λειβαδίτη είναι η αναζήτηση του Θεού. «Ένας άρρωστος για  Θεό» τιτλοφορεί ένα σχετικό κείμενό του ο Κώστας Γεωργουσόπουλος, που γράφει ανάμεσα σ’ άλλα: « Όποιος θελήσει να διαβάσει την αποτυπωμένη στις σελίδες του Λειβαδίτη μαρτυρία ψυχής, θα διαπιστώσει πως ο ποιητής αυτός μιμήθηκε ασυνειδήτως πιθανόν τον βίο πολλών αγίων, οι οποίοι ξεκίνησαν από αλαζόνες διδάσκαλοι, διδάχοι, σαλπιγκτές, μπροστάρηδες και σε μια κρίσιμη καμπή του δρόμου άλλαξαν προσανατολισμό και πορεύτηκαν με μόνη πυξίδα την αγωνία τους κι όχι τον αγώνα».3
Σύμφωνα με την Αλεξάνδρα Μπουφέα4 «ο ποιητής στα πρώτα του φανερώματα δεν αναζητεί το Θεό, άλλοτε η ύπαρξή του είναι δεδομένη, άλλοτε την αμφισβητεί. Στη θέση του υψώνει μια νέα αξία, τον άνθρωπο και τη δύναμή του (...). Θα ‘λεγε κανείς ότι τα επαναστατικά του πρότυπα τον υποχρεώνουν να αρνηθεί το Θεό, ενώ απ’ την άλλη το ένστικτό του μένει γαντζωμένο επάνω του».
Στη δεύτερη περίοδο παρατηρείται μια έντονη διαφοροποίηση. «Διαμορφώνεται μια ολόκληρη θεο-θεωρία καθώς τη θέση της απογοήτευσης από το ανεκπλήρωτο ιδανικό της επανάστασης υποκαθιστά η αναζήτηση της ύπαρξης του Θεού».  Διαισθητικά και όχι νοησιαρχικά προσπαθεί να προσεγγίσει το Θεό. Ως αρετές προβάλλονται η ταπεινοφροσύνη, η μετριοφροσύνη και μια ιδιότυπη, μυστικιστική σχέση αναπτύσσεται ανάμεσα στο Θεό και στους περιθωριοποιημένους της κοινωνίας. (Οι περιθωριοποιημένοι, άλλωστε, της κοινωνίας, ζητιάνοι, τυφλοί, υπηρέτριες, πόρνες, μέθυσοι πρωταγωνιστούν συχνά στο έργο του Λειβαδίτη. Εξαγνιζόμενοι μέσα στο ποιητικό του φως, θεωρούνται «εντιμότεροι αρνητές του συστήματος από τους επαγγελματίες αμφισβητίες»).
Ακόμα εντονότερη είναι η κατάφαση του ποιητή στο θείο στην τρίτη φάση του έργου του, καθώς και μια στροφή στις μεταφυσικές αναζητήσεις και αντιλήψεις. Πιστεύει στη μεταθανάτια ζωή και προσδοκά την ανάσταση των νεκρών. Το κύκνειο άσμα του, Ο τυφλός με το λύχνο, θα ’λεγε κανείς πως γράφτηκε από εκκλησιαστικό υμνογράφο. Ειδικά η ενότητα  «Συνομιλίες» είναι ολόκληρη μια προσευχή που κάθε ποίημά της αρχίζει με το «Κύριε...», ενώ πλήθος άλλοι τίτλοι («Ευαγγελισμός», «Η άρνηση του Πέτρου κ.ά», παραπέμπουν κατευθείαν στο Χριστιανισμό.

Η Καντάτα
Καντάτα (Ιταλικά cantata από το canto=τραγουδώ) στη μουσική ονομάζεται μια φωνητική σύνθεση συμφωνικού χαρακτήρα, με περιεχόμενο συνήθως θρησκευτικό. Περιλαμβάνει ορχηστρικά μέρη, χορωδιακά, άριες (μονωδίες) και ρετσιτατίβα (τραγουδιστή απαγγελία που προσεγγίζει την κοινή απαγγελία).
Ο ποιητής ονομάζοντας το πολύστιχο, επικολυρικής υφής ποίημά του Καντάτα (αρχικός τίτλος Καντάτα για τρία δισεκατομμύρια φωνές) καθιστά εμφανή την αντιστοιχία του ποιητικού με το μουσικό έργο, χωρίς να αποκλείεται και κάποια υπολανθάνουσα συσχέτιση θρησκευτικής υφής.
Στα μουσικά μέρη της καντάτας αντιστοιχούν τα εξής ποιητικά:
Εισαγωγή = ο ποιητής
Άριες = τα δρώντα πρόσωπα που είναι εννέα («αυτός με την Παλόμα», «εκείνος ο σοφός», «ο άλλος με τα πυρετικά μάτια», «αυτός που βγήκε από το καπηλιό», «ο πιο τρομερός απ’ όλους», «ο γέρος», «ο αγνωστικιστής», «εκείνος με τη μνήμη», «ένας που μας έμοιαζε πολύ»).
Ρετσιτατίβα = τα λόγια του ποιητή καθώς και όσα λέει ο «άνθρωπος με το κασκέτο».
Χορωδιακά = οι δύο χοροί, των ανδρών και των γυναικών.
Βλέπουμε λοιπόν ότι στην Καντάτα κινούνται πλήθος πρόσωπα, καθώς και δύο χοροί. Μοιάζει δηλαδή με ένα θεατρικό έργο, ένα δράμα, που τοποθετείται σ’ ένα «συνοικιακό δρόμο σύγχρονης πόλης»,6 με τη διαφορά ότι δεν υπάρχει ενιαία δράση, εκτός από την ιστορία του Ήρωα, την οποία αφηγείται ο «Άνθρωπος με το κασκέτο». Τα υπόλοιπα πρόσωπα μιλούν, αλλά δεν συνομιλούν. Καθένα εκφράζει τις δικές του σκέψεις, τους δικούς του προβληματισμούς, την αγωνία, τις ενοχές, την αναζήτηση διεξόδου από τα βάσανα και τα αδιέξοδα της ζωής. Πολλά τμήματα του έργου θα μπορούσαν να αποτελέσουν αυτοτελή, ανεξάρτητα ποιήματα.
Σε αντίθεση με αυτά τα πρόσωπα, ενότητα παρουσιάζει η ιστορία την οποία αφηγείται «ο άνθρωπος με το κασκέτο» και αφορά έναν ανώνυμο Ήρωα, που καθίσταται έτσι πρωταγωνιστική μορφή του έργου. Η ιστορία είναι με συντομία η εξής:
Ήταν ένας άνθρωπος φτωχός, «επιγραφοποιός το επάγγελμα», που συγκέντρωνε γύρω του τους απλούς ανθρώπους και τους μιλούσε για ένα καλύτερο αύριο. Όμως «οι άντρες με τις καπαρτίνες και τις χαμηλωμένες ρεπούπλικες» πήραν διαταγή να τον συλλάβουν. Οδηγείται στη φυλακή, βασανίζεται σκληρά για να αποκαλύψει τον τόπο όπου έχει κρύψει τα όπλα, αλλά αυτός δεν μιλάει. Το μαρτύριο κρατάει σαράντα μέρες. Έρχονται μάλιστα στιγμές που ο κρατούμενος φοβάται ότι θα χάσει το λογικό του. Στις δύσκολες αυτές  στιγμές τον σώζει μια αράχνη με την υπομονή και την επιμονή της να ξαναφτιάχνει τον ιστό που της χαλούσαν κάθε μέρα οι βασανιστές. Στη συνέχεια ο Ήρωας ανακαλύπτει ότι στο διπλανό κελί βασανίζεται ένας άλλος άνθρωπος και, χτυπώντας τον τοίχο, επικοινωνεί μαζί του. Τέλος τον οδηγούν στο δικαστήριο, καταδικάζεται σε θάνατο και εκτελείται μαζί με δυο άλλους συντρόφους του. Όμως η θυσία του δεν πήγε χαμένη. Τη θέση του ανώνυμου Ήρωα παίρνει ένας άλλος, «μαρμαράς το επάγγελμα», που πάλι έρχονται «οι άντρες  με τις χαμηλωμένες ρεπούπλικες» να τον συλλάβουν. Τα πάντα ξαναρχίζουν. Ο αγώνας συνεχίζεται. 
ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΚΑΝΤΑΤΑ

Ἕνα περίεργο ἐπεισόδιο διαβάζαμε τελευταία στὶς ἐφημερίδες,
ἕνας ἄντρας πῆγε σ᾿ ἕνα ἀπ᾿ αὐτὰ τὰ «σπίτια»,
πῆρε μιὰ γυναῖκα,
μὰ μόλις μπαίνουν στὸ δωμάτιο,
ἀντὶ νὰ γδυθεῖ καὶ νὰ ἐπαναλάβει τὴν αἰώνια κίνηση,
γονάτισε μπροστά της, λέει, καὶ τῆς ζητοῦσε νὰ τὸν ἀφήσει
νὰ κλάψει στὰ πόδια της. Ἐκείνη βάζει τὶς φωνές,
«ἐδῶ ἔρχονται γιὰ ἄλλα πράγματα»,
οἱ ἄλλοι ἀπ᾿ ἔξω δώστου χτυπήματα στὴν πόρτα.
Μὲ τὰ πολλὰ ἄνοιξαν καὶ τὸν διώξανε μὲ τὶς κλωτσιὲς
— ἀκοῦς ἐκεῖ διαστροφὴ νὰ θέλει, νὰ κλάψει μπρός σε μιὰ γυναῖκα.
Ἐκεῖνος ἔστριψε τὴ γωνία καὶ χάθηκε καταντροπιασμένος.
Κανεὶς δὲν τὸν ξανάδε πιά.
Καὶ μόνο ἐκείνη ἡ γυναῖκα,
θὰ ᾿ρθεῖ ἡ ἀναπότρεπτη ὥρα μιὰ νύχτα, ποὺ θὰ νοιώσει τὸν τρόμο ξαφνικά,
πῶς στέρησε τὸν ἑαυτὸ τῆς ἀπ᾿ τὴν πιὸ βαθιά,
τὴν πιὸ μεγάλη ἐρωτικὴ πράξη
μὴν ἀφήνοντας ἕναν ἄντρα νὰ κλάψει στὰ πόδια της.




 ΑΛΛΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗ
Ἔρημος σταθμὸς
……Μόλις πέθανα, βγῆκα ἀπ᾿ τὸ μεγάλο καθρέφτη τοῦ πατρικοῦ σπιτιοῦ, τὸ σούρουπο εἶχε μιὰ παράφορη οἰκειότητα, ἡ Τερέζα ἔλεγε τὸ παλιὸ τραγοῦδι τῶν ἀλλοπαρμένων σταθμῶν ποὺ ἀκολούθουσαν τὰ τρένα, κι ἐγὼ δὲν εἶχα ποῦ νὰ πάω κι ἀποκοιμήθηκα στὰ χέρια τῶν τυφλῶν, ποὺ ἐντούτοις ἀναβαν τὴ λάμπα,
……ἦταν σκοτεινὴ ἐποχή, δράματα παίζονταν σιωπηλὰ πάνω στὶς γέφυρες, τραυματιοφορεῖς τρέχανε καὶ πάνω στὰ φορεῖα κείτονταν μεγάλοι στεναγμοὶ ἀπὸ παλιὲς ἐξεγέρσεις,
……ὅταν τέλος ἔφτασα στὸ σταθμό, εἶχαν ὅλοι φύγει, ἤμουν τόσο φοβισμένος ποὺ ἂν μ᾿ ἄγγιζες θὰ ράγιζα, ἀφήνοντας νὰ φάνει ὁ θεός, στὸ ἀπάνω πάτωμα ἔμεναν οἱ Φ. κι ἐμεῖς ἔπρεπε νὰ κάνουμε ἡσυχία, γιατί ἡ μεγάλη κυρία εἶχε πυρετὸ κι ἡ μητέρα ποὺ τὴν ὑπηρετοῦσε εἶχε μάθει νὰ πετάει, γιὰ νὰ μὴν τῆς λερώνει τὸ χαλί,
……φέρανε, μάλιστα, καὶ τὸν ἐπιστάτη νὰ καταθέσει, ἀλλὰ δὲν εἴχανε καμιὰ ἀπόδειξη, γιατί τὸ παλιὸ σχολικὸ κουδοῦνι ἦταν πιὸ μακριὰ κι ἀπ᾿ τοὺς νεκροὺς κι ὁ ἅμαξας τῶν παιδικῶν καιρῶν ἔξω ἀπ᾿ τὴν πόρτα μάταια χτυποῦσε ἀπελπισμένα τὰ τέσσερα μαρμαρωμένα ἄλογα.
Τάσος Λειβαδίτης, Ἔρημος σταθμός, ἀπὸ τὴ συλλογὴ Νυχτερινὸς ἐπισκέπτης (1972), ἑνότητα, Διασπορά, Τόμος 2 τῆς τρίτομης ἔκδοσης τοῦ Κέδρου, σελίδα 15



Ἀλκοολισμὸς
……Κρατοῦσα μιὰ λάμπα καὶ κατέβαινα τὴ σκάλα, ἔπρεπε ν᾿ ἀνακαλύψω ποιὸς εἶμαι, τί εἶχα κάνει στὸ παρελθόν, καὶ τὸ σπίτι πῶς ἔστεκε ἀκόμα, ἀφοῦ ἐμεῖς εἴχαμε κάποτε γκρεμίσει ὅλους τους τοίχους, γιὰ νὰ χωρέσουν ἐκεῖνοι ποὺ ἔφευγαν,
……στὸ βάθος, σακάτηδες χωρὶς χέρια παῖζαν τὴν τύχη μου στὰ χαρτιά, ὁ Ἰησοῦς τῶν μεθυσμένων περνοῦσε τὸ βράδυ μὲς στὰ θαμπὰ φανάρια, κι ἔπαιρνα ἀπὸ πίσω τὸ φονιὰ σκουπίζοντας τὰ ἴχνη τοῦ πάνω στὸ χιόνι, γιατί τώρα ἤξερα,
……κι ἡ γυναῖκα, ὅταν πῆγα νὰ τὴν ἀγκαλιάσω, ἔκανε μιὰ μικρὴ κίνηση καὶ μπῆκε σὲ μιὰ δική της πόρτα, κλειστῆ, ἀφήνοντας μὲ ἔξω.
……Δῶσε μου, Κύριε, νὰ ᾿μαὶ νεκρὸς καὶ μεθυσμένος.
……Ἄσε μου μόνο τ᾿ ἄστρα, ποὺ ἦταν τὸ ἴδιο φιλικὰ ἀκόμα καὶ στοὺς δρόμους ποὺ πυροβολοῦσαν.
Τάσος Λειβαδίτης, Ἀλκοολισμός, ἀπὸ τὴ συλλογὴ Νυχτερινὸς ἐπισκέπτης (1972), ἑνότητα, Διασπορά, Τόμος 2 τῆς τρίτομης ἔκδοσης τοῦ Κέδρου, σελίδα 19



Μίλτος Σαχτούρης

Τα δώρα 

Σήμερα φόρεσα ένα
ζεστό κόκκινο αίμα
σήμερα οι άνθρωποι μ' αγαπούν
μιά γυναίκα μού χαμογέλασε
ένα κορίτσι μού χάρισε ένα κοχύλι
ένα παιδί μού χάρισε ένα σφυρί
Σήμερα γονατίζω στο πεζοδρόμιο
καρφώνω πάνω στις πλάκες
τα γυμνά ποδάρια των περαστικών
είναι όλοι τους δακρυσμένοι
όμως κανείς δεν τρομάζει
όλοι μείναν στις θέσεις που πρόφτασα
είναι όλοι τους δακρυσμένοι
όμως κοιτάζουν τις ουράνιες ρεκλάμες
και μιά ζητιάνα που πουλάει τσουρέκια
στον ουρανό
Δυο άνθρωποι ψιθυρίζουν
τί κάνει την καρδιά μας καρφώνει;
ναι την καρδιά μας καρφώνει
ώστε λοιπόν είναι ποιητής



Αποκριά
Μακριά σ’ έν’ άλλο κόσμο γίνηκε αυτή
                                                η αποκριά
το γαϊδουράκι γύριζε μες στους έρημους δρόμους
όπου δεν ανέπνεε κανείς
πεθαμένα παιδιά ανέβαιναν ολοένα στον ουρανό
κατέβαιναν μια στιγμή να πάρουν τους αετούς τους
                                                που τους είχαν ξεχάσει
έπεφτε χιόνι
γυάλινος χαρτοπόλεμος
μάτωνε τις καρδιές
μια γυναίκα γονατισμένη
ανάστρεφε τα μάτια της σα νεκρή
μόνο περνούσαν φάλαγγες στρατιώτες εν δυο
εν δυο παγωμένα δόντια
Το βράδυ βγήκε το φεγγάρι
αποκριάτικο
γεμάτο μίσος
το δέσαν και το πέταξαν στη θάλασσα
μαχαιρωμένο
Μακριά σ’ έν’ άλλο κόσμο γίνηκε αυτή
                                                η αποκριά.

 

Ο στρατιώτης ποιητής

Δεν έχω γράψει ποιήματα
μέσα σε κρότους
μέσα σε κρότους
κύλησε η ζωή μου
Τη μιαν ημέρα έτρεμα
την άλλην ανατρίχιαζα
μέσα στο φόβο
μέσα στο φόβο
πέρασε η ζωή μου
Δεν έχω γράψει ποιήματα
δεν έχω γράψει ποιήματα
μόνο σταυρούς
σε μνήματα
καρφώνω

 

Το κεφάλι του ποιητή

Έκοψα το κεφάλι μου
τό 'βαλα σ' ένα πιάτο
και το πήγα στο γιατρό μου
—Δεν έχει τίποτε, μου είπε,
είναι απλώς πυρακτωμένο
ρίξε το μέσα στο ποτάμι και θα ιδούμε
τό ριξα στο ποτάμι μαζί με τους βατράχους
τότε είναι που χάλασε τον κόσμο
άρχισε κάτι παράξενα τραγούδια
να τρίζει φοβερά και να ουρλιάζει
το πήρα και το φόρεσα πάλι στο λαιμό μου
γύριζα έξαλλος τους δρόμους
με πράσινο εξαγωνομετρικό κεφάλι ποιητή


Ο Μίλτος ΣαχτούρηςΣαχτούρης αξιοποιεί στοιχεία από τον εξπρεσιονισμό, τον εικονισμό, τον υπερρεαλισμό και το παράλογο, αλλά ουσιαστικά ακολουθεί το δικό του μοναχικό δρόμο, που συνίσταται στη φανταστική εγγραφή του εμπράγματου κόσμου στην ποίησή του. Αξίζει να επισημανθεί ότι η ιστορία ως βίωμα είναι παρούσα τόσο στη σκηνοθεσία του όσο και στην ιδεοπλαστική εικόνα. Η ιδεοπλαστική του εικόνα είναι αυτόνομη, καθαρή, πηγάζει από τα πράγματα και τις αισθήσεις, η τεχνική του είναι αφαιρετική. 
 
nΗ ποιητική του γλώσσα είναι απλή, καθημερινή, όπου η συμπύκνωση των όρων της παρομοίωσης και η αξιοποίηση της μεταφοράς συγκροτούν ένα νέο ποιητικό τοπίο σύντηξης του πραγματικού και ποιητικού στο οποίο εμπλέκεται ο αναγνώστης και το προσλαμβάνει ως ενιαίο χώρο. Το ποιητικό του τοπίο είναι μοναχικό, γεμάτο φόβο, το περιβάλλον στενό, έτσι όπως ήταν και η ζωή του ποιητή, π.χ. «κι έμεινα μ΄ έναν ακρωτηριασμένο φίλο/  και μ΄ ένα ματωμένο κλαδάκι συντροφιά». Ο ποιητής μεταθέτει την εμπειρία του που βγαίνει από τη συνείδηση  σε έναν άλλο κόσμο υπερπραγματικό, εκεί όπου συντελείται το παράλογο ως σχίσμα της ζωής και της δημιουργίας του, εκεί όπου και ο έρωτας γίνεται θάνατος. 
 

Στο ποίημα Αποκριά ο εμφύλιος, το βίωμα, η παιδική αγνότητα, η φρίκη της εποχής «πεθαμένα παιδιά ανέβαιναν ολοένα στον ουρανό» κάνουν τον ποιητή να ξορκίζει το κακό με το παράλογο στοιχείο που στηρίζεται στο υλικό της αλήθειας «μακριά σ΄ έν΄ άλλο κόσμο γίνηκε αυτή/ η αποκριά» (σ.105). Το καρναβαλικό και το πραγματικό στοιχείο (παιδικές μνήμες αποκριάς, στρατιώτες, ιστορικά δρώμενα) συνυπάρχουν με το φεγγάρι (λαϊκό μοτίβο), που έχει και αυτό μασκαρευτεί από το μίσος των ανθρώπων «μαχαιρωμένο». Το ποίημα Αποκριά με σαφή την αναφορά του στο Εμφύλιο (1946-49) μπορεί να προσεγγιστεί μέσα από τις εικόνες του, το σχήμα κύκλου, τις αντιθέσεις, τη γλώσσα του.
 
Συζητείται πώς ο χώρος της παιδικής αγνότητας έγινε χώρος φρίκης, χώρος εφιαλτικός που θα συνοδεύει τον ποιητή δια βίου, εμπειρία που γίνεται ποίηση, αφού η πραγματικότητα ξεπερνάει σε τραγικότητα κάθε φαντασία. Επίσης είναι ανάγκη να εντοπιστούν τα στοιχεία του παράλογου, να συζητηθούν φράσεις-κλειδιά, που συνεξετάζονται με τη δομή, τη γλώσσα και όλα τα στοιχεία μορφής του ποιήματος, όπως: «Μακριά σ΄έναν άλλο κόσμο γίνηκε αυτή/ η αποκριά», όπου η φρικτή εμπειρία απωθείται, το βίωμα και η φρίκη δίνονται παραμορφωτικά ως ερημιά, φόβος, θάνατος, με την αξιοποίηση της τραγικής ειρωνείας «το γαϊδουράκι γύριζε μεσ’ στους έρημους δρόμους/ όπου δεν ανέπνεε κανείς». Οι επόμενες υπερρεαλιστικές εικόνες αποδίδουν τη φρίκη με διαπλοκή του γήινου και ουράνιου επιπέδου, με την εισβολή του παράλογου στοιχείου, π.χ.
«πεθαμένα παιδιά ανέβαιναν ολοένα στον ουρανό

    κατέβαιναν μια στιγμή να πάρουν τους αετούς τους

                                             που τους είχαν ξεχάσει

    έπεφτε χιόνι γυάλινος χαρτοπόλεμος

    μάτωνε τις καρδιές».

Έτσι στο σκηνικό στήθηκε προβάλλοντας καταστάσεις πραγματικές και ψυχικές, το παιδί στον πόλεμο, ο θάνατος, η αποκριά και το πέταγμα του αετού έγινε πόλεμος γυάλινος (τραγωδία) σε ένα κρύο τοπίο «χιόνι», όπου ματώνουν οι καρδιές. Το τοπίο συμπληρώνεται με τη γονατισμένη γυναίκα στο δρόμο που πέθαινε από την πείνα, η φρίκη του βίαιου θανάτου αποδίδεται εικαστικά (σχέση υπερρεαλισμού και ζωγραφικής),
Τα παγωμένα δόντια αποδίδουν το θάνατο που μοίραζαν οι στρατιώτες. Τα εξωκειμενικά συμφραζόμενα γίνονται κειμενικά στοιχεία με φόντο για το ατομικό και συλλογικό βίωμα την Αποκριά. Στην επόμενη στροφή ο πόλεμος και το μίσος αντανακλάται στη φύση, καθώς και το ρομαντικό λαϊκό μοτίβο, το φεγγάρι, που έχει και αυτό μασκαρευτεί γεμάτο από το μίσος των ανθρώπων. Τα επίθετα που το χαρακτηρίζουν «αποκριάτικο, μασκαρεμένο» αναδεικνύουν με σαρκασμό το δράμα της ζωής και τα αδιέξοδα, π.χ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου