Πέμπτη, 18 Ιουλίου 2013



ΜΑΘΗΜΑ : ΑΡΧΕΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ 




ΒΑΣΙΚΟΙ ΚΛΑΔΟΙ ΤΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ

·         Η γνωσιολογία εξετάζει τις δυνατότητες, τις πηγές, τα είδη, τις μεθόδους απόκτησης της γνώσης.
·         Η μεταφυσική και η οντολογία εξετάζει τη βαθύτερη υφή της πραγματικότητας, προσπαθεί δηλαδή να καταλήξει σε μια γενική θεώρηση του τι υπάρχει.
·         Η πρακτική φιλοσοφία διερευνά τις αρχές που ρυθμίζουν τις πράξεις μας και να μας καθοδηγούν στην οργάνωση της ζωής μας. Διακρίνεται στην ηθική, στην πολιτική φιλοσοφία, αλλά και στην αισθητική. Επειδή στην πρακτική φιλοσοφία μιλάμε συνήθως για αξίες που μας κατευθύνουν και που θέλουμε να πραγματώσουμε, πολλοί ονομάζουν αυτόν τον βασικό κλάδο φιλοσοφικής αναζήτησης και αξιολογία.

·         Η λογική εξετάζει πως πρέπει να σκέφτεται ο άνθρωπος και να σκέφτεται σωστά. H λογική θα μπορούσε να θεωρηθεί ξεχωριστός κλάδος της φιλοσοφίας, για τους περισσότερους όμως φιλοσόφους αποτελεί κυρίως το όργανο της ορθής νόησης, που είναι απαραίτητο όχι μόνο για κάθε μορφή φιλοσοφικής δραστηριότητας, αλλά και για όλες τις επιστήμες.


Λέξεις – Νόημα – «Καθολικές Έννοιες»
Μερικές ερωτήσεις :




·         Μπορούμε να σκεφτούμε χωρίς να χρησιμοποιήσουμε τη γλώσσα ;

·         Τί σημαίνει η φράση : «Αν και μιλάμε την ίδια γλώσσα δεν μπορούμε να συνεννοηθούμε !» ;

·         Πότε οι λέξεις αποκτούν στο μυαλό μας νόημα ;

·         Σε ποιες περιπτώσεις ταιριάζει η φράση : «Υπάρχει μεγάλη απόσταση μεταξύ των λόγων και των έργων !» ;

·         Τί εννοούμε, όταν λέμε : «Αυτά που λες είναι παράλογα !» ;

·         Η αλήθεια και το ψέμα έχουν να κάνουν με τα λόγια ή με την πραγματικότητα που βιώνουμε ;

Μερικές παρατηρήσεις :


v     Ο Αριστοτέλης χαρακτήρισε τον άνθρωπο ως «έλλογο ον». Ο Λόγος κατά τον αρχαίο Έλληνα φιλόσοφο είναι η ταυτόχρονη ικανότητα του ανθρώπου να σκέφτεται, να καταλαβαίνει («νόησις») και να εκφράζεται.

v     Το κύριο όργανο του λόγου είναι η γλώσσα. Βασικός σκοπός της γλώσσας είναι η επικοινωνία. Ως κώδικας επικοινωνίας η γλώσσα χρησιμοποιείται για να υποδηλώσει ένα ευρύ φάσμα δραστηριοτήτων επικοινωνίας. Ο Νόαμ Τσόμσκυ έχει διατυπώσει τη θεωρία ότι όλες οι φυσικές γλώσσες έχουν κοινά στοιχεία που δείχνουν τη «βαθιά δομή» της γλώσσας ως κώδικα και κατά τον Τσόμσκυ αποκαλύπτεται σε σημαντικό βαθμός ο τρόπος λειτουργίας του ανθρώπινου μυαλού.

v     Σε κάθε γλώσσα, είτε στη γραπτή είτε στην προφορική της μορφή, η σύνδεση των λέξεων ακολουθεί συγκεκριμένους γραμματικούς και συντακτικούς κανόνες. Αυτό συμβαίνει για να υπάρχει νόημα στον λόγο.

v     Βασικό ερώτημα : Με ποια διαδικασία μια λέξη αποκτά νόημα ; Κάποιες φορές μια λέξη μπορεί να οριστεί από ορισμένες άλλες λέξεις.  Τις περισσότερες, όμως, φορές μια λέξη εκφράζει μια έννοια, μια πραγματικότητα. Εκτός από αυτές τις λέξεις, υπάρχουν κι εκείνες που δηλώνουν τα χαρακτηριστικά μιας έννοιας ή μιας πραγματικότητας. Τέλος, υπάρχουν οι λέξεις που δίνουν όνομα σε πράγματα που ονομάζονται καθολικές έννοιες και πρόκειται για πράγματα που γίνονται αντιληπτά μόνο μέ το νου και όχι με τις αισθήσεις. Τα ίδια αυτά πράγματα ο Πλάτων τα είχε αποκαλέσει ιδέες. Στο σημείο αυτό επισημάνθηκε ότι η αντίληψη των καθολικών ιδεών είναι μια ατομική διαδικασία. Όμως, είναι σε διαρκή ισχύ η διαδικασία να συγκρίνουμε και να αποδεχόμαστε ή να απορρίπτουμε πραγματικότητες ή αντιλήψεις που εντάσσονται ή μη στις καθολικές έννοιες.

v     Ήταν έντονη η αναζήτηση από τους φιλοσόφους της διαδικασίας : «πώς μια λέξη αποκτά το νόημα που έχει». Όταν στην καθημερινότητά μας χρησιμοποιούμε τη γλώσσα για να κάνουμε σύνθετες σκέψεις και να επικοινωνούμε χωρίς πρόβλημα, η ανακάλυψη της διαδικασίας που σε έναν γλωσσικό κώδικα δίνει νοηματικό περιεχόμενο τις λέξεις θεωρήθηκε ότι μπορεί να οδηγήσει στην αποκάλυψη του πως λειτουργεί ο ανθρώπινος νους σε συλλογικό επίπεδο. Όμως σύγχρονοι διανοητές, με προεξάρχοντα τον Λούντβιχ Βίτγκενστάιν, υπέδειξαν ότι πρέπει να επικεντρωθούμε στη χρήση των λέξεων και όχι στο πως απέκτησαν το νόημά τους.

v     Η άποψη αυτή ξεκινά από τη βάση ότι η γλώσσα είναι κοινωνικό φαινόμενο που προορίζεται για επικοινωνία. Δεν αποτελεί, δηλαδή, προσωπική δημιουργία. Ταυτόχρονα με τη γλώσσα επιτελούνται διάφορες  λειτουργίες : διατάζουμε, παρακαλούμε, ευχόμαστε και πραγματοποιούμε ένα ευρύ φάσμα πράξεων. Σκεφτείτε τις επιπτώσεις της φράσης : «Το Ειδικό Στρατοδικείο κρίνει εν ονόματι του Λαού και του Έθνους τους κατηγορουμένους ενόχους εσχάτης προδοσίας κατά του Έθνους και τους καταδικάζει εις θάνατον !». Για τους παραπάνω λόγους αρκετοί φιλόσοφοι, όπως ο Τζων Ώστιν μιλούν για την επιτελεστική λειτουργία της γλώσσας.

v     Σήμερα φιλόσοφοι και γλωσσολόγοι εξετάζουν και προβληματίζονται για θέματα, όπως :

v     Πως δύο διαφορετικές λέξεις έχουν ίδιο νόημα.

v     Πως δύο ίδιες λέξεις έχουν διαφορετικό νόημα.

v     Πως γίνεται δυνατή η μετάφραση από μία γλώσσα σε μια άλλη.


ΛΟΓΙΚΗ ΚΑΙ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ

Ø      Στα αρχαία ελληνικά μια από τις έννοιες της λέξης «λόγος» είναι η δύναμη της διάνοιας, η λογική σκέψη, η αιτιολόγηση, η επιχειρηματολογία. Σχέδον μέχρι τις μέρες μας η λογική ορίζονταν ως η επιστήμη της ανθρώπινης σκέψης ή η επιστήμη που μελετά τους νόμους της σκέψης ή για ορισμένους τους νόμους της ορθής σκέψης. Όμως, σε σύνθετες καταστάσεις κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί την επιρροή του συναισθηματικού παράγοντα στην ανθρώπινη σκέψη.
Ø      Ο φιλόσοφος που θεωρείται θεμελιωτής της λογικής είναι ο Αριστοτέλης. Αυτός χαρακτήρισε σοφίσματα τα αληθοφανή επιχειρήματα που συνέθεταν οι σοφιστές διδάσκοντας την τέχνη της πειθούς. Προχώρησε σε συστηματική μελέτη των λογικών θεμάτων ταξινομώντας τις διάφορες μορφές προτάσεων και έγκυρων επιχειρημάτων. Τα έργα του Αριστοτέλη για τη λογική είναι έξι και ονομάστηκαν συλλογικά «Όργανον». Το βασικό κύτταρο της αριστοτελικής λογικής είναι η έννοια, και σε έναν συλλογισμό το συμπέρασμα βγαίνει λόγω του κατάλληλου συνδυασμού των όρων στις τρεις προτάσεις.
Ø      Στον αντίποδα οι στωικοί φιλόσοφοι προβάλλουν στο επίκεντρο της λογικής την απλή πρόταση και το συμπέρασμα βγαίνει λόγω της σχέσης που έχουν οι προτάσεις μεταξύ τους. Στους στωικούς ιδιαίτερα η πρώτη προκείμενη είναι υποθετική π.χ. :
ü    Αν ένα κράτος συμμετείχε στους Ολυμπιακούς Αγώνες στην αρχαιότητα, ανήκε στο ελληνικό έθνος.
ü    Οι Μακεδόνες συμμετείχαν πάντοτε στους Ολυμπιακούς Αγώνες.
ü    Άρα οι Μακεδόνες ανήκαν στο ελληνικό έθνος.
Ø      Οι Άραβες και οι χριστιανοί φιλόσοφοι του Μεσαίωνα μελέτησαν διεξοδικά το έργο του Αριστοτέλη και ολοκλήρωσαν σε πολλά σημεία τη λογική του Αριστοτέλη. Από τον 19ο αιώνα τη σκυτάλη παίρνουν οι μαθηματικοί με τη «συμβολική» ή «μαθηματική» λογική (Ντε Μόργκαν, Μπουλ, Μπολζάνο). Έτσι, διαμορφώνονται τρεις σχολές : η αλγεβρική, η λογικιστική και η φορμαλιστική.
Ø      Από την εποχή του Αριστοτέλη υπήρξε ο προβληματισμός αν η λογική είναι μέρος της φιλοσοφίας ή αποτελεί απαραίτητο εργαλείο για τη φιλοσοφία. Σήμερα, δεχόμαστε ότι ισχύουν και τα δύο.




Η ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΙΚΗ  ΛΟΓΙΚΗ




1.      ΟΙ ΕΝΝΟΙΕΣ



·         Πλάτος μιας έννοιας είναι το σύνολο ομοειδών αντικειμένων που υπάγονται σε αυτή την έννοια
·         Βάθος μιας έννοιας είναι το σύνολο των κοινών χαρακτηριστικών όλων των αντικειμένων που υπάγονται σε αυτή την έννοια.
·         Η ευρύτερη έννοια που περιλαμβάνει μέσα στο πλάτος της  μία ή περισσότερες στενότερες έννοιες λέγεται γένος, ενώ η στενότερη έννοια λέγεται είδος. Το αμέσως ευρύτερο γένος μιας έννοιας λέγεται προσεχές γένος, ενώ το αμέσως στενότερο είδος λέγεται προσεχές είδος.
·         Το βάθος μιας έννοιας είναι το ίδιο με αυτό του προσεχούς γένους με την προσθήκη ενός χαρακτηριστικού γνωρίσματος που διαφοροποιεί τη στενότερη έννοια από την ευρύτερη. Το γνώρισμα αυτό λέγεται ειδοποιός διαφορά.
·         Ο ακριβέστερος και συντομότερος τρόπος να οριστεί μια έννοια είναι με το προσεχές της γένος και την ειδοποιό διαφορά.
·         Συγκρίνοντας δύο (2) έννοιες κατά πλάτος βλέπουμε ότι μπορούν να έχουν μία από τις εξής τέσσερις (4) σχέσεις :
§         Επάλληλες, όταν έχουν ακριβώς το ίδιο πλάτος.
§         Υπάλληλες, όταν η μια είναι γένος της άλλης.
§         Επαλλάσσουσες, όταν συμπίπτουν τα πλάτη τους κατά ένα μέρος.
§         Παράλληλες, όταν έχουν διαφορετικό πλάτος, αλλά υπάγονται σε μια ευρύτερη έννοια.
·         Ως προς το βάθος δύο (2) έννοιες έχουν ενδιαφέρον όταν :
α) βρίσκονται στα άκρα μιας κλίμακας εννοιών και λέγονται αντίθετες
β) η μία αποτελεί άρνηση της άλλης και λέγονται αντιφατικές.

2.      ΟΙ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

·         Η λογική ασχολείται μόνο με τις αποφαντικέςδηλωτικές προτάσεις. Αυτές είναι εκείνες που δηλώνουν γνώμη ή πεποίθηση και μπορούν να χαρακτηριστούν αληθείς ή ψευδείς. Στην απλή τους μορφή σε μια έννοια (το Υποκείμενο) αποδίδεται μια άλλη (το Κατηγόρημα). Οι δηλωτικές προτάσεις διακρίνονται σε καταφατικές, αν το κατηγόρημα αποδίδεται με θετικό τρόπο στο υποκείμενο και αποφατικές, αν το κατηγόρημα αποδίδεται με αρνητικό τρόπο στο υποκείμενο. Μια άλλη διάκρισή τους είναι σε καθολικές και μερικές, ανάλογα με το αν η πρόταση αναφέρεται σε όλο το πλάτος του υποκειμένου ή σε ένα μέρος του.

3.      ΟΙ ΣΥΛΛΟΓΙΣΜΟΙ

·         Ο συλλογισμός είναι μια μορφή επιχειρήματος. Ο συλλογισμός έχει τρία (3) χαρακτηριστικά – προϋποθέσεις :
α) το συμπέρασμα προκύπτει μόνο από δύο προκείμενες
β) οι προτάσεις είναι απλές δηλωτικές
γ) στον συλλογισμό εμπλέκονται μόνο τρεις (3) έννοιες.

·         Στη συμπερασματική πρόταση το Υποκείμενό της λέγεται «ελάσσων όρος» και το Κατηγόρημά της «μείζων όρος». Ο τρίτος όρος που εμφανίζεται μόνο στις προκείμενες λέγεται «μέσος όρος».



Η ΠΡΟΚΛΗΣΗ ΤΟΥ ΣΚΕΠΤΙΚΙΣΜΟΥ

·         Από την αρχαιότητα οι φιλόσοφοι εξέφραζαν την αμφιβολία σχετικά με το, αν οι αισθήσεις μας προσφέρουν την πραγματική εικόνα που μας περιβάλλει. Ορισμένοι κατάληξαν στο συμπέρασμα ότι δεν υπάρχουν ασφαλή κριτήρια για να διαπιστωθεί η αλήθεια των εντυπώσεων ή των κρίσεων που διατυπώνονται για τον κόσμο. Αυτοί οι φιλόσοφοι ονομάστηκαν σκεπτικοί ή σκεπτικιστές και η στάση τους απέναντι στη γνώση σκεπτικισμός. Στην αρχαιότητα, εκτός από τους σοφιστές, ο Πύρρωνας από την Ηλεία υποστήριζε ότι για κάθε θέμα υπάρχουν δύο αντίθετες, αλλά ισοδύναμες απόψεις (ισοσθενείς) και σε  τελική ανάλυση δεν έχει σημασία ποια θα προτιμήσουμε.

·         Στα νεότερα χρόνια ο Γάλλος φιλόσοφος Ρενέ Ντεκάρτ η Καρτέσιος διατύπωσε την πλέον ακραία μορφή σκεπτικισμού δηλώνοντας ότι ο άνθρωπος δεν είναι σε θέση να ξεχωρίσει αν ονειρεύεται ή είναι ξύπνιος. Προχώρησε με τη θεωρία του «μοχθηρού δαίμονα», σύμφωνα με την οποία κάποιος δαίμονας μας εξαπατά και μας τροφοδοτεί με αλήθειες που δεν ισχύουν. Η ιδέα αυτή στην εποχή μας εκφράζεται από την εκδοχή του «τρελού επιστήμονα» που έχει καταργήσει το σώμα μας και τροφοδοτεί τον εγκέφαλό μας με ψεύτικες εντυπώσεις. Αντίδοτο σε αυτή την ιδέα προέβαλε ο ίδιος ο Ντεκάρτ με την άποψη, ότι εφόσον έχει σκεφτεί αυτή την εκδοχή, τότε πρέπει να υπάρχει στον αληθινό κόσμο («σκέπτομαι, άρα υπάρχω – cogito, ergo sum»). Αντίστοιχα, προσπάθησε να αποδείξει την ύπαρξη του Θεού. Αφού οι άνθρωποι είμαστε ατελή όντα, κατά τον Ντεκάρτ η έννοια της τελειότητας που υπάρχει στον νου μας, πρέπει να είναι έργο της ανώτερης δύναμης που είναι τέλεια.

·         Ο Ντέιβιντ Χιούμ παρατήρησε ότι το σύνολο των γνώσεών μας για τον κόσμο προέρχονται αποκλειστικά από τις αισθήσεις μας. Αποδέχεται εν μέρει τις σκεπτικιστικές ενστάσεις, αλλά θεωρεί ότι ο κόσμος υπάρχει και ο άνθρωπος είναι υποχρεωμένος να τον αποδεχτεί στην ενότητα που εκείνος τον αντιλαμβάνεται. Έτσι, προχωρά σε παραδοχές αλήθειας βασιζόμενος στο ένστικτό του ότι αυτές είναι πραγματικά αληθινές. Στην άποψη αυτή άσκησε κριτική ο Ιμμάνιουελ  Καντ, καθώς την θεώρησε ως παραίτηση από τον ορθό λόγο.

·         Από την άλλη πλευρά υπήρξαν φιλόσοφοι που ανέπτυξαν στρατηγικές αντιμετώπισης του σκεπτικισμού. Τέτοιες είναι η επίκληση του κοινού νου για τα προφανή ζητήματα, ή η άποψη ότι το ανθρώπινο πνεύμα εξελίσσεται στη διάρκεια της ιστορικής του πορείας. Η πιο σημαντική, όμως, αμφιβολία για τον σκεπτικισμό έγκειται στην κατάδειξη της αδυναμίας των σκεπτικιστών να υποστηρίξουν λογικά και με συνέπεια τις ίδιες τους τις αμφιβολίες, καθώς οι ανησυχίες τους οδηγούν σε ερωτήματα που είναι αδύνατον να απαντηθούν. Σε κάθε πάντως περίπτωση, τα ερωτήματα του σκεπτικισμού μπορούν να αξιοποιηθούν στην αναζήτηση του τι σημαίνει γνώση και ποια είναι τα χαρακτηριστικά της. 


ΚΕΙΜΕΝΟ

Παραθέτουμε στη συνέχεια κάποιους από τους δέκα "τρόπους" των σκεπτικών:
"α. Τα ίδια πράγματα γίνονται αντιληπτά με διαφορετικό τρόπο από τα διάφορα ζώα. Το θαλασσινό νερό, για παράδειγμα, δεν το πίνει ο άνθρωπος, ενώ για τα ψάρια είναι πόσιμο και πολύ ευχάριστο.
β. Το ίδιο πρόσωπο σχηματίζει διαφορετικές εντυπώσεις για τα ίδια πράγματα, ανάλογα με το αν είναι άρρωστο ή υγιές, μεθυσμένο ή νηφάλιο, λυπημένο ή χαρούμενο κτλ. Όσοι κοιμούνται, για παράδειγμα, βλέπουν όνειρα που βέβαια δεν τα βλέπουν όσοι βρίσκονται σε εγρήγορση. Και οι πεινασμένοι βρίσκουν νόστιμα ορισμένα φαγητά, που στους χορτάτους προκαλούν αποστροφή.
γ. Τα πράγματα μας φαίνονται διαφορετικά ανάλογα με την απόσταση από την οποία τα παρατηρούμε και με τον τόπο στον οποίο βρίσκονται. Από μακριά, για παράδειγμα, ένα πλοίο φαίνεται μικρό και ακίνητο, ενώ από κοντά φαίνεται μεγάλο και κινούμενο. Και το κουπί της βάρκας, όταν είναι έξω από το νερό, είναι ίσιο, ενώ μέσα στο νερό φαίνεται "σπασμένο".
δ. Ποτέ δεν αντιλαμβανόμαστε ένα αντικείμενο ως κάτι ξεχωριστό και απομονωμένο, αλλά πάντοτε σε συνδυασμό με άλλα αντικείμενα, πράγμα που μας εμποδίζει να σχηματίσουμε σαφή εικόνα για τη φύση και τις ιδιότητές του. Ένα σώμα, για παράδειγμα, μέσα στο νερό φαίνεται ελαφρύτερο από ό,τι έξω από αυτό.
ε. Οι εντυπώσεις μας εξαρτώνται από τη συχνότητα εμφάνισης των αντίστοιχων αντικειμένων. Όσο πιο σπάνια είναι η εμφάνιση ενός πράγματος, τόσο πιο ζωηρή είναι η εντύπωση που αυτό μας προκαλεί. Ο ήλιος, για παράδειγμα, παρά το εκτυφλωτικό φως του, δεν αποτελεί αντικείμενο θαυμασμού, γιατί εμφανίζεται καθημερινά, ενώ δε συμβαίνει το ίδιο με έναν κομήτη που συγκριτικά είναι ασήμαντος.
στ. Οι αντιλήψεις και τα ήθη, οι θρησκευτικές πεποιθήσεις και οι κάθε είδους δοξασίες διαφέρουν από τόπο σε τόπο και από εποχή σε εποχή. Ενώ ορισμένοι πρωτόγονοι, για παράδειγμα, θεωρούν τις ανθρωποθυσίες κάτι το φυσικό και το αυτονόητο, για τους πολιτισμένους είναι κάτι το αποτρόπαιο και το αδιανόητο".
(Σέξτος Εμπειρικός, Πυρρώνειαι Υποτυπώσεις, βιβλίο Ι, κεφ. 14)




ΤΙ ΕΝΑΙ Η ΓΝΩΣΗ

·         Μπορούμε να ορίσουμε τι είναι γνώση ; Αρχικά δεν αναφερόμαστε σε πρακτική ή τεχνική γνώση. Ούτε σε γνώση από άμεση γνωριμία. Μιλάμε για τη γνώση που είναι δυνατόν να διατυπωθεί σε προτάσεις, την προτασιακή γνώση. Ο Πλάτωνας είχε ορίσει αυτού του είδους τη γνώση, ως «αιτιολογημένη αληθής πεποίθηση». Βάσει αυτού του ορισμού, αν θεωρήσουμε ότι ο μαθητής Παπαδόπουλος γνωρίζει την πρόταση «Π» (ότι η ελληνική επανάσταση κατά των Οθωμανών ξεκίνησε το 1821), τότε θα πρέπει :
1.       Ο μαθητής Παπαδόπουλος πιστεύει την «Π».
2.       Η «Π» είναι αληθής πρόταση.
3.       Η πεποίθηση του Παπαδόπουλου ότι η «Π» είναι αληθής πρόταση είναι επαρκώς αιτιολογημένη.
·         Σύμφωνα με τις θεωρίες για την αλήθεια, μια από τις επικρατέστερες είναι εκείνη που τη συλλαμβάνει ως αντιστοιχία μιας πρότασης με τα γεγονότα. Σήμερα, βέβαια, έχουμε δει ότι τυχαία γεγονότα μπορούν να υπονομεύσουν την προσπάθειά μας για ικανοποιητική αιτιολόγηση των πεποιθήσεών μας.
·         Άρα, η διασφάλιση του ορισμού της γνώση διέρχεται υποχρεωτικά από την ανάγκη εξεύρεσης στέρεων και αποδεκτών τρόπων αιτιολόγησης των πεποιθήσεών μας.
·         Για να αιτιολογηθεί μια πεποίθηση πρέπει να στηριχτεί σε κάποια θεμέλια. Αρκετοί φιλόσοφοι (Αριστοτέλης, Ντεκάρτ, Λοκ) δέχονται ότι πρέπει να υφίστανται κάποιες βασικές ή θεμελιώδεις πεποιθήσεις, στη βάση των οποίων θα αιτιολογηθούν οι υπόλοιπες. Σε αυτές εντάσσουν για παράδειγμα τις λογικές αρχές (π.χ. την αρχή της μη αντίφασης). Η θεωρία αυτή ονομάζεται θεμελιωτισμός ή θεμελιοκρατία.
·         Άλλοι φιλόσοφοι, που πιστεύουν ότι είναι δύσκολο να απομονώσεις τις βασικές πεποιθήσεις, κατέληξαν ότι η αιτιολόγηση μιας πεποίθησης γίνεται, εφόσον ενταχθεί σε ένα συνεκτικό δίκτυο λογικής σύνδεσης των πεποιθήσεών μας. Με αυτή την «ολιστική» θεώρηση της αλήθειας, οι πεποιθήσεις μας  δεν διακρίνονται σε βασικές και μη βασικές, αλλά σε κεντρικές και λιγότερο κεντρικές. Η θεωρία αυτή αιτιολόγησης ονομάζεται συνεκτισμός.
·         Στη σύγχρονη εποχή ορισμένοι φιλόσοφοι ζήτησαν να αξιοποιήσουμε τις επιστήμες της βιολογίας, νευροφυσιολογίας και ψυχολογίας για να καταλήξουμε στους μηχανισμούς εκείνους των αισθήσεών μας που στις κατάλληλες συνθήκες θεωρούνται αξιόπιστοι για να μας δώσουν κατά κανόνα αληθείς πεποιθήσεις.  Βέβαια, και αυτή η προσέγγιση στηρίζεται στην άποψη ότι οι γνωστικοί μηχανισμοί του εγκεφάλου λειτουργούν σωστά.
·         Στην πράξη ο άνθρωπος για να αιτιολογήσει τις πεποιθήσεις του ως αληθείς χρησιμοποιεί έναν συνδυασμό των θεωριών που διατυπώθηκαν. Εξακολουθούμε να αντιμετωπίζουμε ορισμένες πεποιθήσεις μας ως βασικές, ακόμα κι αν νε μέρει στηρίζονται σε άλλες που θεωρούνται μη βασικές προσπαθώντας να βρούμε λογική συνοχή μεταξύ τους. Εκείνο που κυρίως μας απασχολεί είναι να παρατηρούμε την πραγματικότητα σε κάθε περίσταση, ώστε να ενσωματώνουμε στις πεποιθήσεις μας τις μεταβολές που συμβαίνουν. Έτσι, στις μέρες μας η γνωσιολογία συνεργάζεται με πληθώρα επιστημονικών αντικειμένων, όπως η βιολογία, η νευροφυσιολογία, η ψυχολογία, η πληροφορική και η κοινωνιολογία.




ΚΕΙΜΕΝΑ

·         «Είμαστε σαν τους ναυτικούς σ’ ένα καράβι μισοπέλαγα, οι οποίο πρέπει να το διορθώσουν, αλλά δεν μπορούν να ξεκινήσουν από την αρχή και χρησιμοποιούν τα ξύλα και τα μαδέρια της παλιάς δομής για να τροποποιήσουν το σκελετό και το σκαρί του καραβιού τους. Όμως, δεν μπορούν να το φέρουν στο λιμάνι και ν’ αρχίσουν εντελώς από την αρχή. Κατά τη διάρκεια της δουλειάς τους μένουν πάνω στο παλιό σκαρί  και παλεύουν με τα κύματα και την τρικυμία. Αυτή είναι η μοίρα μας..»

Όττο Νόυρατ, Η γνωσιοθεωρία του κύκλου της Βιέννης.

·         «Όταν θέλουμε να αποτιμήσουμε μια πεποίθηση, είναι συχνά προτιμότερο η αποτίμηση να γίνεται σε συνδυασμό με άλλες πεποιθήσεις. Ένας άξιος μηχανικός μπορεί να είναι σε θέση να βγάλει κάποιο συμπέρασμα για τη λειτουργία της μηχανής ενός αυτοκινήτου εξετάζοντας ένα προς ένα ξεχωριστά όλα τα κομμάτια της, όμως σίγουρα θα επιτελέσει καλύτερα τον σκοπό του, αν εξετάσει τη μηχανή ως σύνολο κατά τη διάρκεια της ταυτόχρονης λειτουργίας όλων των τμημάτων που την αποτελούν. Το ίδιο ισχύει και για ό,τι πιστεύουμε. Είναι κάτω από την κρίση του συνόλου των πιστεύω μας το κατά πόσο μια πεποίθηση θα κερδίσει την αποδοχή ή θα απορριφθεί. Κάθε ιδιαίτερο χαρακτηριστικό μιας μεμονωμένης πεποίθησης φαίνεται να έχει μικρότερη σημασία».

W. V. Quine – J. S. Ullian,  Ο ιστός της πεποίθησης.


ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΗΓΗ ΤΗΣ ΓΝΩΣΗΣ

·         Ο Ορθολογισμός (ρασιοναλισμός). Σύμφωνα με τους ορθολογιστές φιλοσόφους, η γνώση μας για τον κόσμο προέρχεται κυρίως από τον ίδιο τον ορθό λόγο και τα βασικά της στοιχεία μπορούν να αναζητηθούν στον νου μας. Η γνώση αυτή μπορεί να αποκληθεί a priori ή προ-εμπειρική, αφού φαίνεται να είναι δυνατή πριν ή ανεξάρτητα από οποιαδήποτε εμπειρία. Στην αρχαιότητα σημαντικός εκπρόσωπος του ορθολογισμού θεωρείται ο Πλάτων. Για τον Πλάτωνα η ανθρώπινη γνώση βασίζεται κατ’ αρχάς στην ανάμνηση των ιδεών που έχει αντικρίσει η αθάνατη ψυχή προτού ενσαρκωθεί στο σώμα. Με την κατάλληλη νοητική άσκηση και μέσα από τη μελέτη των μαθηματικών, η ψυχή μπορεί να γνωρίσει τη βαθύτερη πνευματική πραγματικότητα των ιδεών, οι οποίες υπάρχουν αιώνια, ενώ ο υλικός κόσμος αποτελεί ατελή αντανάκλασή τους.

·         Στα νεότερα χρόνια ο Ντεκάρτ υποστήριξε ότι η κατασκευή ενός συμπαγούς οικοδομήματος της γνώσης οφείλει να στηριχτεί στις πεποιθήσεις εκείνες που ο ορθός λόγος έχει θωρακίσει τόσο ισχυρά, ώστε τίποτα απολύτως να μην μπορεί να τις κλονίσει. Για να μπορέσουμε να εντοπίσουμε τέτοιου είδους πεποιθήσεις, ο Ντεκάρτ προτείνει να εφαρμόσουμε τη μέθοδο της συστηματικής αμφιβολίας: μας καλεί δηλαδή να διανύσουμε το πλήρες φάσμα των πεποιθήσεών μας και να επιλέξουμε, στο τέλος της διαδικασίας, αυτές για τις οποίες στάθηκε αδύνατον να αμφιβάλουμε. Ο Ντεκάρτ επικαλείται τα κριτήρια της σαφήνειας και την ευκρίνειας, χαρακτηριστικά που συνοδεύουν πάντα τις αληθείς ιδέες μας και τις καθιστούν εναργείς. Η μέθοδος αυτή δεν έχει ως σήμερα επιβεβαιωθεί πλήρως. Το σίγουρο, όμως, είναι ότι  “εντόπισε” το πρόβλημα της σύνδεσης των πεποιθήσεών μας με την πραγματικότητα στο πρόβλημα της σχέσης των θεμελιωδών πεποιθήσεων, που στηρίζονται με ασφάλεια στον ορθό λόγο, με τις υπόλοιπες πεποιθήσεις, που φαίνεται να στηρίζονται στην εμπειρική πραγματικότητα.

·         Ο Εμπειρισμός. Κατά τους εμπειριστές η γνώση μας για τον κόσμο προέρχεται κυρίως ή και αποκλειστικά από τις αισθήσεις. Η αφετηρία της συνίσταται στην καταχώριση, την αποτύπωση στον νου, μέσα από την αισθητηριακή αντίληψη, των “στοιχειωδών δεδομένων” του κόσμου που μας περιβάλλει. Η καταχώριση αυτή, όταν πραγματοποιείται, είναι στιγμή δημιουργίας στοιχειωδών πεποιθήσεων ή ιδεών, απλών δηλαδή παραστάσεων αυτών των δεδομένων. Ανεξάρτητα από την αντίληψη για το τι αποτελεί στοιχειώδες δεδομένο, η αντίστοιχη στοιχειώδης πεποίθηση που το καταχωρίζει ή το αποτυπώνει στον νου είναι η ζητούμενη θεμελιώδης και πρωταρχική γνώση. Η στοιχειώδης πεποίθηση θεωρείται ότι εμποτίζεται με γνώση από τη δυνατότητα αυτής της άμεσης επαφής με την πραγματικότητα κατά τη στιγμή της καταγραφής αισθητηριακών εντυπώσεων. Κατά την αρχαιότητα γνωστοί εμπειριστές ήταν ο Αριστοτέλης και ο Επίκουρος.

·         Η συστηματική ανάπτυξη του εμπειρισμού, όπως και του ορθολογισμού, παρατηρείται κατά τους νεότερους χρόνους. Οι νεότεροι (κυρίως Βρετανοί) εμπειριστές, με πρώτο, τον Φράνσις Μπέϊκον (16ος - 17ος αιώνας) αντιπαρατίθενται στους ορθολογιστές και δίνουν ιδιαίτερη έμφαση στον ρόλο των αισθήσεων κατά την απόκτηση της γνώσης.

·         Ο Τζον Λοκ (17ος αιώνας) εμπλουτίζει τη συλλογή θεμελιωδών γνώσεων με τη λειτουργία μιας εσωτερικής αίσθησης, ενός αναστοχασμού. Πέρα από αυτή την εσωτερική αίσθηση δεν υπάρχουν στοιχεία της γνώσης του κόσμου που να μπορούν να θεωρηθούν a priori, να είναι δηλαδή ανεξάρτητα από την εμπειρία. Ο νους δεν είναι τίποτα περισσότερο από ένας “άγραφος χάρτης” (tabula rasa), στον οποίο αποτυπώνεται το υλικό της εξωτερικής και της εσωτερικής αίσθησης.

·         Ο Ιρλανδός επίσκοπος Τζωρτζ Μπέρκλεϋ  προχώρησε αποφασιστικά στην ταύτιση των ιδεών του ανθρώπινου νου με την πραγματικότητα. Η παράδοξη θέση του συνοψίζεται στο απόφθεγμα: “το να υπάρχει κάτι συνίσταται στο να αντιλαμβάνεται ή να γίνεται αντιληπτό” ( “esse est percipere aut percipi”). Mε άλλα λόγια, υπάρχουν μόνο πνεύματα και ιδέες ή παραστάσεις μέσα σε αυτά τα πνεύματα. Η επιχειρηματολογία του Μπέρκλεϋ στηρίχτηκε εξ ολοκλήρου στην κατάδειξη ότι η πραγματικότητα είναι μία – συγκεκριμένη όπως και οι ιδέες μας – με  χρώματα, γεύσεις, ήχους, οσμές. Οι αφηρημένες έννοιες είναι απλώς κατασκευές της γλώσσας, όπως η έννοια “ύλη”, της οποίας το νόημα εξαντλείται στις εκάστοτε αναφορές μας σε κάτι που βλέπουμε, ακούμε, αγγίζουμε κτλ.

·         Ο Χιουμ (18ος αιώνας), θεώρησε ότι η αποτύπωση στον νου αισθητηριακών εντυπώσεων είναι αυτάρκης, όσον αφορά τη συλλογή στοιχειωδών και θεμελιωδών γνώσεων, και επομένως δε χρειάζεται υποστήριξη από μια πρόσθετη λειτουργία όπως αυτή της εσωτερικής αίσθησης ή του αναστοχασμού. Ο Χιουμ έμεινε πιστός, από την αρχή ως το τέλος, στην περιορισμένη γνωστική δυνατότητα που του παρείχε η συλλογή των δεδομένων του εξωτερικού κόσμου χάρη στη λειτουργία των πέντε αισθήσεων.

·         Η συνθετική προσέγγιση του Ιμμάνιουελ Καντ. Ο Καντ πρότεινε τη συνεργασία των αισθήσεων με τον ορθό λόγο. Έτσι, η εμπειρία προσφέρει το “υλικό”το οποίο θα επεξεργαστεί και θα αξιοποιήσει ο λόγος. Το υλικό αυτό δεν προσφέρεται όμως ακατέργαστο, ως χαώδες σύνολο αισθητηριακών εντυπώσεων, αλλά ως εποπτείες, ως άμεσες, ενιαίες παραστάσεις. Η επεξεργασία που οδηγεί στην εποπτεία σημαίνει τοποθέτηση του πρωτογενούς υλικού στον χώρο και στον χρόνο. Ο χώρος και ο χρόνος είναι εγγενείς μορφές της εποπτείας. Συμπεραίνει, λοιπόν, ότι καθετί που αντιλαμβανόμαστε κατασταλάζει στον νου, “παραλαμβάνεται” από την καθαρή νόηση, αφού διαμορφωθεί από το ιδιότυπο “φίλτρο” των δύο προϋποθέσεων της αντίληψης. Επομένως, γνωρίζουμε τα πράγματα μόνο ως οργανωμένα από τον νου μας φαινόμενα και όχι όπως μπορεί να είναι πραγματικά καθ’  εαυτά.



·         Με τη συνεργασία εμπειρίας – νόησης οι εποπτείες μπορούν να τύχουν διαχείρισης από τις νοητικές λειτουργίες, τις κατηγορίες της νόησης, που εκφράζουν «καθαρές», αφηρημένες έννοιες. Πρόκειται για τις καθαρές έννοιες της ποσότητας, της ποιότητας, της σχέσης και του τρόπου (όπως η ουσία, η αιτία, η ενότητα κτλ.), που λειτουργούν ως “θυρίδες” στις οποίες εντάσσονται οι εποπτείες ανάλογα με την απόδοση χαρακτηριστικών στα πράγματα που παρατηρούμε μέσα στον χώρο και τον χρόνο. Η “συμπληρωματικότητα” αυτή εποπτειών και κατηγοριών σφραγίζει την καντιανή σύνθεση ορθολογισμού και εμπειρισμού. Θα μπορούσε να τονιστεί ν αναγκαιότητά της χαρακτηρίζοντας, μεταφορικά, την εμπειρία “τυφλή” (συγκεχυμένη και ασύντακτη) χωρίς τη νοήση και “κενή” χωρίς την εμπειρία.

ΤΑ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΑ ΤΗΣ ΓΝΩΣΗΣ

·         Καθώς είναι φανερό ότι η αναζήτηση της φύσης της γνώσης οδήγησε τους φιλοσόφους σε μεταφυσικά ερωτήματα σχετικά με το υποκείμενο και τα αντικείμενα της γνώσης. Έτσι, οι συζητήσεις για το αν μπορούμε πραγματικά να προσεγγίσουμε τη γνώση, ποια είναι η πραγματική φύση της ή ποια η πηγή της οδηγούν σε ορισμένες αντιλήψεις για τα αντικείμενα της γνώσης, για τα πραγματικά όντα που τελικά μπορούμε να γνωρίσουμε.

·         Με τον Ντεκάρτ ξεκίνησε μια πορεία που οδήγησε στον υποκειμενικό ιδεαλισμό, ο οποίος μπορεί να φτάσει στην ακραία μορφή του σολοψισμού. Κατά αυτή τη θεωρία η ύπαρξη και η υφή της πραγματικότητας εξαρτώνται από τον νου των υποκειμένων που τη γνωρίζουν. Ο σολιψισμός, μάλιστα πρεσβεύει ότι υπάρχει μόνο ένα ον, το υποκείμενο που σκέφτεται, και όλος ο κόσμος υφίσταται ουσιαστικά μέσα στη σκέψη του. Εκτός του Ντεκάρτ, οι υπόλοιποι ορθολογιστές αποφεύγουν τις σκεπτικιστικές αμφισβητήσεις και δε διστάζουν να κατασκευάσουν συστήματα που λειτουργούν ως αξιώματα – γενικές αρχές. Ο Σπινόζα ταυτίζει τον φυσικό κόσμο με τον Θεό, ενώ ο Λάιμπνιτς περιγράφει την πραγματικότητα ως ένα σύνολο μονάδων, μικροσκοπικών ατομικών οντοτήτων, προικισμένων με νόηση.

·         Ο Λοκ υποστηρίζει ότι γνωρίζουμε τον κόσμο μέσα από ένα «πέπλο» ιδεών – παραστάσεων, δημιουργείται, όμως, το ερώτημα, μήπως οι ιδέες που διαμορφώνουμε δεν αντιστοιχούν με τα πράγματα που βρίσκονται «πίσω» από αυτό το πέπλο. Για να ξεπεράσει αυτή την αντίρρηση ο Μπέρκλεϋ θεώρησε ότι τα αντικείμενα της γνώσης είναι καθαρά άυλα και πνευματικά, αφού υπάρχουν μόνο μέσα στον νου μας ή στον νου του Θεού.  

·         Από την πλευρά του ο Καντ για να αποφύγει και τον δογματισμό και τον σκεπτικισμό των προηγουμένων, δέχεται ότι δεν μπορούμε να γνωρίσουμε τα πράγματα, όπως είναι στην πραγματικότητα, αλλά όπως μας φαίνονται μέσα από τις αισθήσεις και τον νου μας. Έτσι, η ύπαρξη του εξωτερικού κόσμου είναι ανεξάρτητη από εμάς, αλλά η μορφή του εξαρτάται από εμάς.

ΤΙ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΕΙΝΑΙ Η ΕΠΙΣΤΗΜΗ Ή ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ;

·         Οι οπαδοί της επαγωγής πιστεύουν ότι οι θεωρίες και οι φυσικοί νόμοι μπορούν να επαληθευτούν στηριζόμενοι σε δύο παραδοχές : α) ότι η επιστήμη ξεκινά από την παρατήρηση και β) ότι η παρατήρηση δίνει μια ασφαλή βάση για να προκύψει η γνώση. Όμως, από την αρχαιότητα (Πλάτων) έχει διαπιστωθεί είτε ότι οι αισθήσεις μπορούν να μας παραπλανήσουν, ενώ στη συνέχεια γίνεται αποδεκτό ότι, επειδή ο εγκέφαλος επεξεργάζεται τα ερεθίσματα που δημιουργούν την παράσταση των αισθήσεων, ο κάθε άνθρωπος παρατηρεί διαφορετικά το ίδιο πράγμα (π.χ. η παρατήρηση μιας ακτινογραφίας από έναν γιατρό και έναν κηπουρό). Αντίστοιχα, και στην περίπτωση του πειράματος οι συνθήκες εκτέλεσής του είναι δυνατόν να διαμορφώνουν το αποτέλεσμα που αυτό θα έχει. Αυτή η πραγματικότητα ανατρέπει την αξίωση των λογικών θετικιστών ότι μπορούν να υπάρξουν παρατηρήσεις και πειράματα «ανεξάρτητα» από θεωρίες. Αντίθετα, πρέπει να δεχτούμε ότι παρατηρήσεις και πειράματα είναι πάντα φορτισμένα από τις θεωρίες και μόνο έτσι συνεισφέρουν στην επιστημονική ανακάλυψη.

·         Η επιστήμη έχει διαδραματίσει τον πιο σοβαρό ρόλο για τον τρόπο που ο άνθρωπος αντιλαμβάνεται και κατανοεί τον κόσμο. Το κύριο ερώτημα είναι με τι κριτήρια μπορούμε να δεχτούμε μια νέα «οπτική» για τον κόσμο, δηλαδή πως θα διακρίνουμε ότι μια θεωρία που αλλάζει τις μέχρι τώρα αντιλήψεις μας για τον κόσμο, δικαιούται να θεωρηθεί επιστημονική και να ληφθεί υπόψη από την ανθρωπότητα. Ο Καρλ Πόπερ πρότεινε την μέθοδο της διάψευσης, σύμφωνα με την οποία μόνο οι πραγματικά επιστημονικές θεωρίες μπορούν να την αντέξουν. Όμως, η μέθοδος αυτή δεν μπορεί να γενικευτεί, καθώς ένας τρόπος αντίληψης δεν είναι μετρήσιμος, δεν μπορεί να ελεγχθεί με πειράματα και να επαληθευθεί ή να διαψευστεί.

·         Στο τέλος της δεκαετίας του 1950 ο Τόμας Κουν, στο βιβλίο του «Η δομή των επιστημονικών επαναστάσεων», ισχυρίστηκε ότι η πραγματική επιστήμη εξελίσσεται με μια διαδοχή περιόδων, όπου στην καθεμία από αυτές κυριαρχεί μια συγκεκριμένη οπτική, ένα συγκεκριμένο «παράδειγμα». Έτσι, ο Κουν εγκαταλείπει τη θεωρία των εμπειριστών της Βιέννης σχετικά με τα κριτήρια της επαλήθευσης και της διάψευσης της επιστημονικής θεωρίας. Αντίθετα, προτείνει μια περιγραφική θεώρηση βασισμένη σε ιστορικά δεδομένα. Ο πυρήνας της πρότασής του είναι η παρατήρηση ότι η ιστορία της επιστήμης εμφανίζει μια εναλλαγή επιστημονικών προτύπων, των «παραδειγμάτων» (paradigms), που μεταξύ τους δεν είναι πραγματικά συγκρίσιμα γιατί είναι «ασύμμετρα». Σύμφωνα με τον Κουν, κάθε κυρίαρχη θεωρία – πρότυπο (που στηρίζεται σε μια ευρύτερα αποδεκτή από τους επιστήμονες οπτική) μέσα από τη συνεχή εφαρμογή της παράγει πληροφορίες για τον φυσικό κόσμο. Κάποτε, όμως, φτάνει το σημείο που εξαντλεί αυτή τη δυνατότητά της και διαφαίνεται το γεγονός ότι δεν μπορεί να «καλύψει» τις επιστημονικές αναζητήσεις. Τότε ο χώρος της επιστήμης διέρχεται μια περίοδο κρίσης που οδηγεί στη σύλληψη νέων ιδεών, πάνω στις οποίες βασίζεται η επιστημονική «επανάσταση» που θα αντικαταστήσει την παλαιά θεωρία – οπτική ή «παράδειγμα» με μια νέα κυρίαρχη. Κατ’ αυτό τον τρόπο οι ερευνητές σταματούν να ερευνούν προς την κατεύθυνση της παλιάς θεωρίας και αρχίζουν να υιοθετούν τη νέα. Επομένως, η επιστήμη εξελίσσεται μη συσσωρευτικά, αλλά με ριζικές αλλαγές.

·         Ενώ πολλοί άρχισαν να εφαρμόζουν τη θεωρία του Κουν, ορισμένοι την κατηγόρησαν ότι υπονομεύει την ορθολογικότητα και αντικειμενικότητα της επιστήμης, αφού απουσίαζαν κριτήρια σύγκρισης των κατά περιόδους κυρίαρχων θεωριών ( των «παραδειγμάτων»).

·         Ο Ίμρε Λάκατος προτείνει να δεχτούμε ότι ένα επιστημονικό πρόγραμμα έρευνας κρίνεται σε βάθος χρόνου, έχει αυστηρή ορθολογική δομή και είναι συγκρίσιμο με άλλα προγράμματα ή θεωρίες. Ο Πωλ Φέγερμπεντ από την πλευρά του, διακήρυξε έναν μεθοδολογικό αναρχισμό. Παρατηρεί ασυμβατότητες μεταξύ του νοήματος των επιστημονικών όρων και ζητά διάλογο εντός της επιστημονικής κοινότητας για την αντικατάσταση των αποστεωμένων μεθόδων. Υποστηρίζει ότι με τον διάλογο λύνεται το πρόβλημα της συγκρισιμότητας των επιστημονικών θεωριών.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου