Κυριακή, 28 Ιουλίου 2013



ΑΡΧΙΚΟΙ ΧΡΟΝΟΙ ΡΗΜΑΤΩΝ


ἀγγέλλω

Ενεργητική
Μέση- Παθητική
Ενεστώτας
ἀγγέλλω
ἀγγέλλομαι
Παρατατικός
ἤγγελλον
ἠγγελλόμην
Μέλλοντας
ἀγγελῶ
ἀγγελθήσομαι
Αόριστος
ἤγγειλα
-ἠγγειλάμην, ἠγγέλθην
Παρακείμενος
ἤγγελκα
-ἤγγελμαι
Υπερσυντέλικος
ἠγγέλκειν
ἠγγέλμην

ἄγω

Ενεργητική
Μέση- Παθητική
Ενεστώτας
ἄγω
ἄγομαι
Παρατατικός
ἦγον
ἠγόμην
Μέλλοντας
ἄξω
ἄξομαι, ἀχθήσομαι
Αόριστος
ἤγαγον
ἠγαγόμην, ἤχθην
Παρακείμενος
-ἦχα, ἀγήοχα
ἦγμαι
Υπερσυντέλικος
ἠγηόχειν
ἤγμην

αἱρέω-ῶ

Ενεργητική
Μέση- Παθητική
Ενεστώτας
αἱρῶ
αἱροῦμαι
Παρατατικός
ᾓρουν
ᾑρούμην
Μέλλοντας
αἱρήσω
αἱρήσομαι, αἱρεθήσομαι
Αόριστος
εἷλον
εἱλόμην, ᾑρέθην
Παρακείμενος
ᾓρηκα
ᾓρημαι
Υπερσυντέλικος
ᾑρήκειν
ᾑρήμην

αἰσθάνομαι

Ενεργητική
Μέση- Παθητική
Ενεστώτας

αἰσθάνομαι
Παρατατικός

ᾐσθανόμην
Μέλλοντας

αἰσθήσομαι
Αόριστος

ᾐσθόμην
Παρακείμενος

ᾒσθημαι
Υπερσυντέλικος

ᾐσθήμην

ἀκούω

Ενεργητική
Μέση- Παθητική
Ενεστώτας
ἀκούω
ἀκούομαι
Παρατατικός
ἤκουον

Μέλλοντας
ἀκούσομαι
ἀκουσθήσομαι
Αόριστος
ἤκουσα
ἠκούσθην
Παρακείμενος
ἀκήοα

Υπερσυντέλικος
ἀκηκόειν, ἠκηκόειν

               
ἁμαρτάνω

Ενεργητική
Μέση- Παθητική
Ενεστώτας
ἁμαρτάνω
ἁμαρτάνομαι
Παρατατικός
ἡμάρτανον
ἡμαρτάνετο
Μέλλοντας
ἁμαρτήσομαι

Αόριστος
ἥμαρτον
ἡμαρτήθην
Παρακείμενος
ἡμάρτηκα
ἡμάρτηται
Υπερσυντέλικος
ἡμαρτήκειν
ἡμάρτητο

ἄρχω

Ενεργητική
Μέση- Παθητική
Ενεστώτας
ἄρχω
ἄρχομαι
Παρατατικός
ἦρχον

Μέλλοντας
ἄρξω

Αόριστος
ἦρξα
ἠρξάμην, ἤρχθην
Παρακείμενος

ἦργμαι
Υπερσυντέλικος

-ἤργμην

ἀφικνέομαι-οῦμαι

Ενεργητική
Μέση- Παθητική
Ενεστώτας

ἀφικνοῦμαι
Παρατατικός

ἁφικνούμην
Μέλλοντας

ἀφίξομαι
Αόριστος

ἀφικόμην
Παρακείμενος

ἀφῖγμαι
Υπερσυντέλικος

ἀφίγμην



βαίνω

Ενεργητική
Μέση- Παθητική
Ενεστώτας
βαίνω
-βαίνομαι
Παρατατικός
-ἔβαινον

Μέλλοντας
-βήσομαι

Αόριστος
-ἔβην
-ἐβάθην
Παρακείμενος
βέβηκα
-βέβαμαι
Υπερσυντέλικος
-ἐβεβήκειν


βάλλω

Ενεργητική
Μέση- Παθητική
Ενεστώτας
βάλλω
βάλλομαι
Παρατατικός
ἔβαλλον
ἐβαλλόμην
Μέλλοντας
βαλῶ
-βαλοῦμαι, βληθήσομαι
Αόριστος
ἔβαλον
ἐβαλόμην, ἐβλήθην
Παρακείμενος
βέβληκα
-βέβλημαι
Υπερσυντέλικος
-ἐβεβλήκειν
-ἐβεβλήμην

βούλομαι

Ενεργητική
Μέση- Παθητική
Ενεστώτας

βούλομαι
Παρατατικός

ἐβουλόμην, ἠβουλόμην
Μέλλοντας

βουλήσομαι
Αόριστος

ἐβουλήθην, ἠβουλήθην
Παρακείμενος

βεβούλημαι
Υπερσυντέλικος





γίγνομαι

Ενεργητική
Μέση- Παθητική
Ενεστώτας

γίγνομαι
Παρατατικός

ἐγιγνόμην
Μέλλοντας

γενήσομαι
Αόριστος

ἐγενόμην
Παρακείμενος

γέγονα, γεγένημαι
Υπερσυντέλικος

ἐγεγόνειν, ἐγεγενήμην

γιγνώσκω

Ενεργητική
Μέση- Παθητική
Ενεστώτας
γιγνώσκω
γιγνώσκομαι
Παρατατικός
ἐγίγνωσκον
ἐγιγνωσκόμην
Μέλλοντας
γνώσομαι
γνωσθήσομαι
Αόριστος
ἔγνων
ἐγνώσθην
Παρακείμενος
ἔγνωκα
ἔγνωσμαι
Υπερσυντέλικος
ἐγνώκειν
-ἐγνώσμην



δείκνυμι, δεικνύω

Ενεργητική
Μέση- Παθητική
Ενεστώτας
δείκνυμι, δεικνύω
δείκνυμαι
Παρατατικός
ἐδείκνυν, ἐδείκνυον
ἐδεικνύμην
Μέλλοντας
δείξω
-δείξομαι, δειχθήσομαι
Αόριστος
ἔδειξα
-ἐδειξάμην, ἐδείχθην
Παρακείμενος
-δέδειχα
δέδειγμαι
Υπερσυντέλικος

-ἐδεδείγμην

διώκω

Ενεργητική
Μέση- Παθητική
Ενεστώτας
διώκω
διώκομαι
Παρατατικός
ἐδίωκον
ἐδιωκόμην
Μέλλοντας
διώξομαι, διώξω
ἐδιώχθην
Αόριστος
ἐδίωξα

Παρακείμενος
δεδίωχα

Υπερσυντέλικος



δοκεῖ

Ενεργητική
Μέση- Παθητική
Ενεστώτας
δοκεῖ

Παρατατικός
ἐδόκει

Μέλλοντας
δόξει

Αόριστος
ἔδοξε

Παρακείμενος
δέδοκται

Υπερσυντέλικος
ἐδέδοκτο




εἰμί

Ενεργητική
Μέση- Παθητική
Ενεστώτας
εἰμί

Παρατατικός
ἦ, ἦν

Μέλλοντας
ἔσομαι

Αόριστος
ἐγενόμην

Παρακείμενος
γέγονα

Υπερσυντέλικος
ἐγεγόνειν


ἔχω

Ενεργητική
Μέση- Παθητική
Ενεστώτας
ἔχω
ἔχομαι
Παρατατικός
εἶχον
εἰχόμην
Μέλλοντας
ἕξω, σχήσω
ἕξομαι, -σχήσομαι
Αόριστος
ἔσχον
-ἐσχόμην
Παρακείμενος
ἔσχηκα
-ἔσχημαι
Υπερσυντέλικος



θνῄσκω

Ενεργητική
Μέση- Παθητική
Ενεστώτας
θνῄσκω

Παρατατικός
ἔθνῃσκον

Μέλλοντας
-θανοῦμαι

Αόριστος
-ἔθανον

Παρακείμενος
τέθνηκα

Υπερσυντέλικος
ἐτεθνήκειν


κελεύω

Ενεργητική
Μέση- Παθητική
Ενεστώτας
κελεύω
κελεύομαι
Παρατατικός
ἐκέλευον
-ἐκελευόμην
Μέλλοντας
κελεύσω
-κελεύσομαι
Αόριστος
ἐκέλευσα
-ἐκελευσάμην, ἐκελεύσθην
Παρακείμενος
κεκέλευκα
κεκέλευσμαι
Υπερσυντέλικος



κτείνω, -κτίννυμι, -κτιννύω

Ενεργητική
Μέση- Παθητική
Ενεστώτας
κτείνω, -κτίννυμι, -κτιννύω

Παρατατικός
ἔκτεινον, -ἐκτίννυν, -ἐκτίννυον
ἐκτεινόμην
Μέλλοντας
κτενῶ

Αόριστος
ἔκτεινα

Παρακείμενος
-ἔκτονα

Υπερσυντέλικος
-ἐκτόνειν


λαμβάνω

Ενεργητική
Μέση- Παθητική
Ενεστώτας
λαμβάνω
λαμβάνομαι
Παρατατικός
ἐλάμβανον
-ἐλαμβανόμην
Μέλλοντας
λήψομαι
ληφθήσομαι
Αόριστος
ἔλαβον
ἐλήφθην, ἐλαβόμην
Παρακείμενος
εἴληφα
εἴλημμαι
Υπερσυντέλικος
εἰλήφειν
-εἰλήμμην

λέγω

Ενεργητική
Μέση- Παθητική
Ενεστώτας
λέγω
λέγομαι
Παρατατικός
ἔλεγον
ἐλεγόμην
Μέλλοντας
λέξω, ἐρῶ
ῥηθήσομαι, λεχθήομαι
Αόριστος
ἔλεξα, εἶπα, εἶπον
ἐρρήθην, ἐλέχθην
Παρακείμενος
εἴρηκα
εἴρημαι, λέλεγμαι
Υπερσυντέλικος
εἰρήκειν
εἰρήμην

μένω

Ενεργητική
Μέση- Παθητική
Ενεστώτας
μένω

Παρατατικός
ἔμενον

Μέλλοντας
μενῶ

Αόριστος
ἔμεινα

Παρακείμενος
μεμένηκα

Υπερσυντέλικος



νομίζω

Ενεργητική
Μέση- Παθητική
Ενεστώτας
νομίζω
νομίζομαι
Παρατατικός
ἐνόμιζον
ἐνομιζόμην
Μέλλοντας
νομιῶ
νομισθήσομαι
Αόριστος
ἐνόμισα
ἐνομίσθην
Παρακείμενος
νενόμικα
νενόμισμαι
Υπερσυντέλικος



οἶδα

Ενεργητική
Μέση- Παθητική
Ενεστώτας
οἶδα

Παρατατικός
ᾔδειν, ᾔδη

Μέλλοντας
εἴσομαι, εἰδήσω

Αόριστος
ἔγνων

Παρακείμενος
ἔγνωκα

Υπερσυντέλικος



ὄμνυμι, ὀμνύω

Ενεργητική
Μέση- Παθητική
Ενεστώτας
ὄμνυμι, ὀμνύω
-ὄμνυμαι
Παρατατικός
ὤμνυν, ὤμνυον
-ὠμνύμην
Μέλλοντας
ὀμοῦμαι
ὀμοθήσομαι
Αόριστος
ὤμοσα
-ὠμοσάμην, ὠμό(σ)θην
Παρακείμενος
ὀμώμοκα
ὀμώμο(σ)ται, ὀμώμονται, ὀμωμοσμένος
Υπερσυντέλικος
ὠμωμόκειν


ὁράω-ῶ

Ενεργητική
Μέση- Παθητική
Ενεστώτας
ὁρῶ
ὁρῶμαι
Παρατατικός
ἑώρων
ἑωρώμην
Μέλλοντας
ὄψομαι
ὀφθήσομαι
Αόριστος
εἶδον
εἰδόμην, ὤφθην
Παρακείμενος
ἑόρακα, ἑώρακα, ὄπωπα
ἑόραμαι, ἑώραμαι, ὦμμαι
Υπερσυντέλικος
ἑωράκειν


πάσχω

Ενεργητική
Μέση- Παθητική
Ενεστώτας
πάσχω

Παρατατικός
ἔπασχον

Μέλλοντας
πείσομαι

Αόριστος
ἔπαθον

Παρακείμενος
πέπονθα

Υπερσυντέλικος
ἐπεπόνθειν


πείθω

Ενεργητική
Μέση- Παθητική
Ενεστώτας
πείθω
πείθομαι
Παρατατικός
ἔπειθον
ἐπειθόμην
Μέλλοντας
πείσω
πείσομαι, πεισθήσομαι
Αόριστος
ἔπεισα, ἔπιθον
ἐπιθόμην, ἐπείσθην
Παρακείμενος
πέπεικα
πέπεισμαι, πέποιθα
Υπερσυντέλικος
ἐπεπείκειν
ἐπεπείσμην, ἐπεποίθειν

πέμπω

Ενεργητική
Μέση- Παθητική
Ενεστώτας
πέμπω
πέμπομαι
Παρατατικός
ἔπεμπον
ἐπεμπόμην
Μέλλοντας
πέμψω
-πέμψομαι, -πεμφθήσομαι
Αόριστος
ἔπεμψα
-ἐπεμψάμην, ἐπέμφθην
Παρακείμενος
πέπομφα
πέπεμμαι
Υπερσυντέλικος
ἐπεπόμφειν
-ἐπεπέμμην

πλέω

Ενεργητική
Μέση- Παθητική
Ενεστώτας
πλέω

Παρατατικός
ἔπλεον

Μέλλοντας
πλεύσομαι, πλευσοῦμαι

Αόριστος
ἔπλευσα

Παρακείμενος
πέπλευκα

Υπερσυντέλικος
-ἐπεπλεύκειν


πλήττ(σσ)ω

Ενεργητική
Μέση- Παθητική
Ενεστώτας
πλήττ(σσ)ω
-πλήττομαι
Παρατατικός
-ἔπληττον
-ἐπληττόμην
Μέλλοντας
-πλήξω
πληγήσομαι, -πλαγήσομαι
Αόριστος
-ἔπληξα
ἐπλήγην, -ἐπλάγην
Παρακείμενος
πέπληγα
πέπληγμαι
Υπερσυντέλικος

-ἐπεπλήγμην

ποιέω-ῶ

Ενεργητική
Μέση- Παθητική
Ενεστώτας
ποιῶ
ποιοῦμαι
Παρατατικός
ἐποίουν
ἐποιούμην
Μέλλοντας
ποιήσω
ποιήσομαι, -ποιηθήσομαι
Αόριστος
ἐποίησα
ἐποιησάμην, ἐποιήθην
Παρακείμενος
πεποίηκα
πεποίημαι
Υπερσυντέλικος
ἐπεποιήκειν
ἐπεποιήμην

πράττ(σσ)ω

Ενεργητική
Μέση- Παθητική
Ενεστώτας
πράττ(σσ)ω
πράττομαι
Παρατατικός
ἔπραττον
ἐπραττόμην
Μέλλοντας
πράξω
πράξομαι, πραχθήσομαι
Αόριστος
ἔπραξα
ἐπραξάμην, ἐπράχθην
Παρακείμενος
πέπραχα, -πέπραγα
πέπραγμαι
Υπερσυντέλικος
ἐπεπράχειν, ἐπεπράγειν
ἐπεπράγμην

πυνθάνομαι

Ενεργητική
Μέση- Παθητική
Ενεστώτας

πυνθάνομαι
Παρατατικός

ἐπυνθανόμην
Μέλλοντας

πεύσομαι, πευσοῦμαι
Αόριστος

ἐπυθόμην
Παρακείμενος

πέπυσμαι
Υπερσυντέλικος

ἐπεπύσμην

-σκευάζω

Ενεργητική
Μέση- Παθητική
Ενεστώτας
-σκευάζω
σκευάζομαι
Παρατατικός
-ἐσκεύαζον
-ἐσκευαζόμην
Μέλλοντας
-σκευάσω
-σκευασθήσομαι
Αόριστος
-ἐσκεύασα
-ἐσκευασάμην, -ἐσκευάσθην
Παρακείμενος
-ἐσκεύακα
ἐσκεύασμαι
Υπερσυντέλικος

-ἐσκευάσμην

τυγχάνω

Ενεργητική
Μέση- Παθητική
Ενεστώτας
τυγχάνω

Παρατατικός
ἐτύγχανον

Μέλλοντας
τεύξομαι

Αόριστος
ἔτυχον

Παρακείμενος
τετύχηκα

Υπερσυντέλικος
ἐτετυχήκειν


φέρω

Ενεργητική
Μέση- Παθητική
Ενεστώτας
φέρω
φέρομαι
Παρατατικός
ἔφερον
ἐφερόμην
Μέλλοντας
οἴσω
οἴσομαι, οἰσθήσομαι, -ἐνεχθήσομαι
Αόριστος
ἤνεγκα, -ἤνεγκον
ἠνεγκάμην, ἠνέχθην
Παρακείμενος
ἐνήνοχα
ἐνήνεγμαι
Υπερσυντέλικος
-ἐνηνόχειν
-ἐνηνέγμην

φεύγω

Ενεργητική
Μέση- Παθητική
Ενεστώτας
φεύγω

Παρατατικός
ἔφευγον

Μέλλοντας
φεύξομαι, φευξοῦμαι

Αόριστος
ἔφυγον

Παρακείμενος
πέφευγα

Υπερσυντέλικος
ἐπεφεύγειν


φημί

Ενεργητική
Μέση- Παθητική
Ενεστώτας
φημί

Παρατατικός
ἔφην

Μέλλοντας
φήσω

Αόριστος
ἔφησα

Παρακείμενος


Υπερσυντέλικος




                                                Α ΚΛΙΣΗ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΩΝ
  Στα αρσενικά ανήκουν όσα λήγουν σε:
1. -ης, π.χ. στρατιώτης και σε
2. -ας, π.χ. λοχίας
Στα θηλυκά ανήκουν όσα λήγουν σε:
1. , π.χ. ψυχή, μουσική και σε
2. , π.χ. ὥρα, γλῶσσα
Εδώ όμως χρειάζεται λίγη προσοχή, γιατί από τα θηλυκά σε άλλα
1. σχηματίζουν τη γενική σε -ας, π.χ. ὥρα, ὥρας και άλλα
2. σχηματίζουν τη γενική σε -ης, π.χ. γλῶσσα, γλώσσης.
Ποια σχηματίζουν τη γενική σε σε -ας και ποια σε -ης θα το δούμε παρακάτω, όταν θα εξετάσουμε την κλίση των θηλυκών.
Προς το παρόν ας έχουμε στο νου μας τις παρακάτω:
 
Παρατηρήσεις:
  • Το -α στην κατάληξη είναι άλλοτε μακρόχρονο και άλλοτε βραχύχρονο· δες παρακάτω
  • Το -α στην κατάληξη -ας σε οποιαδήποτε πτώση είναι πάντοτε μακρόχρονο, π.χ. τῆς χώρς
  • Η γενική του πληθυντικού τονίζεται στη λήγουσα και παίρνει περισπωμένη, π.χ. τῶν χωρν
Συγκεντρωτικός πίνακας ουσιαστικών α' κλίσης
αρσενικά σε:
-ης
-ας
πολίτης
λοχίας
θηλυκά σε:

ψυχή,
-ας
-ης
ὥρα, ὥρας
γλῶσσα, γλώσσης

παραδείγματα

τοῦ
τῷ
τὸν
νεανί-ας
νεανί-ου
νεανί-
νεανί-αν
νεανί-α
ποιητ-ὴς
ποιητ-οῦ
ποιητ-
ποιητ-ήν
ποιητ-
στρατιώτ-ης
στρατιώτ-ου
στρατιώτ-
στρατιώτ-ην
στρατιώτ-α
εὐπατρίδ-ης
εὐπατρίδ-ου
εὐπατρίδ-
εὐπατρίδ-ην
εὐπατρίδ-η
 
οἱ
τῶν
τοῖς
τοὺς
νεανί-αι
νεανι-ῶν
νεανί-αις
νεανί-ας
νεανί-αι
ποιητ-αὶ
ποιητ-ῶν
ποιητ-αῖς
ποιητ-ὰς
ποιητ-αὶ
στρατιῶτ-αι
στρατιωτ-ῶν
στρατιώτ-αις
στρατιώτ-ας
στρατιῶτ-αι
εὐπατρίδ-αι
εὐπατριδ-ῶν
εὐπατρίδ-αις
εὐπατρίδ-ας
εὐπατρίδ-αι
 

θηλυκά σε -α    (γενική -ας)

 
(οξύτονα)
(προπαροξύτονα)
(παροξύτονα)
(παροξύτονα)
τῆς
τῇ
τὴν

 
στρατι-
στρατι-ᾶς
στρατι-
στρατι-ὰν
στρατι-
πολιτεί-α
πολιτεί-ας
πολιτεί-
πολιτεί-αν
πολιτεί-α
ἀλήθει-α
ἀληθεί-ας
ἀληθεί-
ἀλήθει-αν
ἀλήθει-α
ὥρ-α
ὥρ-ας
ὥρ-
ὥρ-αν
ὥρ-α
σφαῖρ-α
σφαίρ-ας
σφαίρ-
σφαῖρ-αν
σφαῖρ-α
αἱ
τῶν
ταῖς
τὰς

 
στρατι-αὶ
στρατι-ῶν
στρατι-αῖς
στρατι-ὰς
στρατι-αὶ
πολιτεῖ-αι
πολιτει-ῶν
πολιτεί-αις
πολιτεί-ας
πολιτεῖ-αι
ἀλήθει-αι
ἀληθει-ῶν
ἀληθεί-αις
ἀληθεί-ας
ἀλήθει-αι
ὧρ-αι
ὡρ-ῶν
ὥρ-αις
ὥρ-ας
ὧρ-αι
σφαῖρ-αι
σφαιρ-ῶν
σφαίρ-αις
σφαίρ-ας
σφαῖρ-αι

τῆς
τῇ
τὴν
γλῶσσ-α
γλώσσ-ης
γλώσσ-
γλῶσσ-αν
γλῶσσ-α
 
τράπεζ-α
τραπέζ-ης
τραπέζ-
τράπεζ-αν
τράπεζ-α
αἱ
τῶν
ταῖς
τὰς
γλῶσσ-αι
γλωσσ-ῶν
γλώσσ-αις
γλώσσ-ας
γλῶσσ-αι
 
τράπεζ-αι
τραπεζ-ῶν
τραπέζ-αις
τραπέζ-ας
τράπεζ-αι


τῆς
τῇ
τὴν
ψυχ-
ψυχ-ῆς
ψυχ-
ψυχ-ὴν
ψυχ-
 
κώμ-η
κώμ-ης
κώμ-
κώμ-ην
κώμ-η
αἱ
τῶν
ταῖς
τὰς
ψυχ-αὶ
ψυχ-ῶν
ψυχ-αῖς
ψυχ-ὰς
ψυχ-αὶ
 
κῶμ-αι
κωμ-ῶν
κώμ-αις
κώμ-ας
κῶμ-αι


Β ΚΛΙΣΗ 

αρσενικά
 
(οξύτονα)
(παροξύτονα)
(προπαροξύτονα)
τοῦ
τῷ
τὸν

 
θε-ὸς
θε-οῦ
θε-
θε-ὸν
θε-
λόγ-ος
λόγ-ου
λόγ-
λόγ-ον
λόγ-ε
νθρωπ-ος
ἀνθρώπ-ου
ἀνθρώπ-
νθρωπ-ον
νθρωπ-ε
οἱ
τῶν
τοῖς
τοὺς

 
θε-οὶ
θε-ῶν
θε-οῖς
θε-οὺς
θε-οὶ
λόγ-οι
λόγ-ων
λόγ-οις
λόγ-ους
λόγ-οι
νθρωπ-οι
ἀνθρώπ-ων
ἀνθρώπ-οις
ἀνθρώπ-ους
νθρωπ-οι
θηλυκά
(οξύτονα)
(παροξύτονα)
(προπαροξύτονα)
τῆς
τῇ
τὴν

 
ὁδ-ὸς
ὁδ-οῦ
ὁδ-
ὁδ-ὸν
ὁδ-
νῆσ-ος
νήσ-ου
νήσ-
νῆσ-ον
νῆσ-ε
κάμηλ-ος
καμήλ-ου
καμήλ-
κάμηλ-ον
κάμηλ-ε
αἱ
τῶν
ταῖς
τὰς

 
ὁδ-οὶ
ὁδ-ῶν
ὁδ-οῖς
ὁδ-οὺς
ὁδ-οὶ
νῆσ-οι
νήσ-ων
νήσ-οις
νήσ-ους
νῆσ-οι
κάμηλ-οι
καμήλ-ων
καμήλ-οις
καμήλ-ους
κάμηλ-οι


τὸ
τοῦ
τῷ
τὸ

 
φυτ-ὸν
φυτ-οῦ
φυτ-
φυτ-ὸν
φυτ-ὸν
δῶρ-ον
δώρ-ου
δώρ-
δῶρ-ον
δῶρ-ον
μυστήρι-ον
μυστηρί-ου
μυστηρί-
μυστήρι-ον
μυστήρι-ον
τὰ
τῶν
τοῖς
τὰ

 
φυτ-ά
φυτ-ῶν
φυτ-οῖς
φυτ-ά
φυτ-ά
δῶρ-α
δώρ-ων
δώρ-οις
δῶρ-α
δῶρ-α
μυστήρι-α
μυστηρί-ων
μυστηρί-οις
μυστήρι-α
μυστήρι-α







Γ ΚΛΙΣΗ


τοῦ
τῷ
τὸν
ἥρω-ς
ἥρω-ος
ἥρω-ι
ἥρω-α
ἥρω-ς
θὼ-ς1
θω-ὸς
θω-
θῶ-α
θὼ-ς
βότρυ-ς2
βότρυ-ος
βότρυ-ϊ
βότρυ-ν
ἰχθὺ-ς3
ἰχθύ-ος
ἰχθύ-ϊ
ἰχθὺ-ν
δρυ-ὸς
δρυ-ΐ
Πληθυντικός αριθμός
οἱ
τῶν
τοῖς
τοὺς
ἥρω-ες
ἡρώ-ων
ἥρω-σι(ν)
ἥρω-ας
ἥρω-ες
θῶ-ες
θώ-ων
θω-σὶ(ν)
θῶ-ας
θῶ-ες
βότρυ-ες
βοτρύ-ων
βότρυ-σι(ν)
βότρυ-ς
βότρυ-ες
ἰχθύ-ες
ἰχθύ-ων
ἰχθύ-σι(ν)
ἰχθῦ-ς
ἰχθύ-ες
δρύ-ες
δρυ-ῶν
δρυ-σὶ(ν)
δρύ-ες



τῆς
τῇ
τὴν
δυνάμε-ως
δυνάμει
δύναμι-ν
δύναμι
πόλι-ς
πόλε-ως
πόλει
πόλι-ν
πόλι
τοῦ
τῷ
τὸν
πέλεκυ-ς1
πελέκε-ως
πελέκ-ει
πέλεκυ-ν
πέλεκυ
τό
τοῦ
τῷ
τό
ἄστυ2
ἄστε-ως
ἄστει
ἄστυ
ἄστυ
 
Πληθυντικός αριθμός
αἱ
τῶν
ταῖς
τὰς
δυνάμεις
δυνάμε-ων
δυνάμε-σι(ν)
δυνάμεις
δυνάμεις
πόλεις
πόλε-ων
πόλε-σι(ν)
πόλεις
πόλεις
οἱ
τῶν
τοῖς
τοὺς
πελέκεις
πελέκε-ων
πελέκε-σι(ν)
πελέκεις
πελέκεις
τά
τῶν
τοῖς
τά
ἄστη
ἄστε-ων
ἄστε-σι(ν)
ἄστη
ἄστη
 


μονόθεμα
διπλόθεμα
τοῦ
τῷ
τὸν
βασιλέ-ως
βασιλεῖ
βασιλέ-α
βασιλεῦ
ἁλιεὺ-ς1
ἁλιέ-ως ἁλι-ῶς
ἁλι-εῖ
ἁλιέ-α ἁλι-
ἁλιεῦ
βοῦ-ς2
βο-ὸς
βο-ΐ
βοῦ
βοῦ
τῆς
τῇ
τὴν
γραῦ-ς3
γρα-ός
γρα-ΐ
γραῦ-ν
γραῦ
ἠχὼ
ἠχόος > ἠχοῦς
ἠχό-ι  > ἠχοῖ
ἠχόα  > ἠχώ
ἠχοῖ
Κλειώ
Κλειό-ος > Κλειοῦς
Κλειό-ι    > Κλειοῖ
Κλειό-α   > Κλειώ
Κλειοῖ
 


οἱ
τῶν
τοῖς
τοὺς
βασιλεῖς
βασιλέ-ων
βασιλεῦ-σι(ν)
βασιλέ-ας
βασιλεῖς
ἁλιεῖς
ἁλιέ-ων  ἁλι-ῶν
ἁλιεῦ-σι(ν)
ἁλιέ-ας ἁλι-ᾶς
ἁλιεῖς
βό-ες
βο-ῶν
βου-σὶ(ν)
βοῦ-ς
βό-ες
αἱ
τῶν
ταῖς
τὰς
γρᾶ-ες
γρα-ῶν
γραυ-σὶ(ν)
γραῦς
γρᾶ-ες
 



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου